Χειρόγραφα με Εκφωνητική Σημειογραφία στον Άθωνα:
η περίπτωση των Παντοκρατορινών Χειρογράφων
Παρακολουθείστε την εισήγηση! (3.28.00 κ.ε.)
Σεβαστοί πατέρες, αξιότιμοι σύνεδροι, εκλεκτή ακαδημαϊκή
ομήγυρις, φίλες και φίλοι του Άθωνα,
είναι πράγματι αξιοσημείωτα όλα αυτά που έχει προσφέρει το
Αγιώνυμον Όρος του Άθωνα στον τομέα της πίστης, του πολιτισμού, της τέχνης και του
όποιου άλλου επιστημονικού ενδιαφέροντος, αλλά κάθε φορά που εγκύπτουμε σε μια
έρευνα, μια καινούργια μελέτη, πάντα προκύπτει κάτι νέο και ξεχωριστό. Και με
αφορμή αυτό και ευχαριστώντας παράλληλα την Επιστημονική Επιτροπή για την
έγκριση της εισηγήσεως, ας με συγχωρέσουν για το περίσσιο θάρρος, μιας και τους
προτρέπω να συνεχίσουν να δίνουν το ίδιο βάρος και για τα επόμενα χρόνια σε
αυτά τα κατ’ έτος εργαστήρια που αφορούν το Άγιον Όρος. Το έχουμε όλοι μας,
πραγματικά, ανάγκη.
Ένα από τα ζητήματα που μοιάζουν εν πολλοίς ανεξιχνίαστα και
σχετίζονται με το Άγιον Όρος είναι εκείνο της Εκφωνητικής Τέχνης, η οποία
φαίνεται να είναι παράλληλα οικεία και απόμακρη, σημαντική μα και παραμελημένη.
Πρόκειται για μία Τέχνη που αφορά στον τρόπο ανάγνωσης και απαγγελίας των
αγιογραφικών και άλλων λειτουργικών κειμένων, όχι μόνο στις μέρες αλλά και κατά
την μεσαιωνική περίοδο, μια Τέχνη της οποίας οι ρίζες χάνονται στα βάθη των
αιώνων συναντώντας τις αγορεύσεις των ρητόρων, το αρχαίο δράμα και, ακόμα
παλαιότερα, τους αοιδούς και ραψωδούς της εποχής του Ομήρου[1].
Από την άλλη τα φύλλα της αγγίζουν την μεταβυζαντινή εποχή με τις
παρα(κατά)λογές, τα δημώδη και ακριτικά άσματα, τις κρητικές μαντινάδες, τα
μοιρολόγια ενώ οι πιο ρομαντικοί ή τολμηροί βρίσκουν ένα είδος συγγένειας
ανάμεσα σε αυτή και την μπλουζ ή την ραπ μουσική [2]
& [3].
Η σημερινή, όμως, παρουσίαση θα εστιάσει στην σημειογραφία καταγραφής αυτής της
μελωδικής ανάγνωσης, της λεγομένης «εκφωνητικής σημειογραφίας».
Ο άγιος Επιφάνιος της Κύπρου, ο Μέγας Αθανάσιος και ο Ιωάννης
ο Χρυσόστομος φαίνεται έμμεσα και άμεσα πως είναι οι «πατέρες» της
εκκλησιαστικής εμμελούς απαγγελίας και της εκφωνητικής της σημειογραφίας. Για
παράδειγμα, ο Μέγας Αθανάσιος, αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, στους λόγους του για
την ερμηνεία των ψαλμών προς τον Μαρκελλίνο[4],
γράφει πως «τῆς δὲ τοιαύτης τῶν λογισμῶν ἀταραξίας καὶ ἀκύμονος καταστάσεως εἰκὼν
καὶ τύπος ἐστίν ἡ τῶν ψαλμῶν ἐμμελὴς ἀνάγνωσις» ή, σε άλλο σημείο, «σύμβολον ἐστίν
τῆς εὐρύθμου καὶ ἀχειμάστου καταστάσεως τῆς διανοίας». Μάλιστα, ο καθηγητής
Γρηγόριος Στάθης υποστηρίζει πως δεν αρκέστηκαν στις όποιες συμβουλές, γραπτές
ή προφορικές, αλλά με τη βοήθεια των προσωδιακών σημαδιών, δηλαδή του
συστήματος τονισμού της κοινής ελληνιστικής, προέβησαν στον τονισμό των ιερών
κειμένων[5].
Μάλιστα, ο ιερός Χρυσόστομος υπήρξε και διδάσκαλος της αυτοκρατορικής αυλής
στην εκφωνητική τέχνη κάνοντας χρήση των προσωδιακών και άλλων σημαδιών[6].
Την εν γένει υπόθεση φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά ο σχολιαστής της ρητορικής
του Αριστοτέλους, Στέφανος ο Αλεξανδρεύς, ο οποίος σημειώνει ότι «διὰ τοῦτο καὶ
οἱ τὰ ἅγια εὐαγγέλια μανθάνοντες μιοῦνται πρῶτον τοὺς τόνους· ὀξεῖαν, καὶ συρματικήν (δηλ.
περισπωμένη), καὶ βαρεῖαν καὶ τελεῖαν ἐκπαιδευόμενοι»[7].
Υποψιαζόμαστε πως, μάλλον, η πολυπολιτισμική ταυτότητα της Ανατολικής Ρωμαϊκής
Αυτοκρατορίας, η δυσκολία της ελληνικής γλώσσας αλλά και οι λειτουργικές
συνήθειες, όπως αποτυπώνονται στα «τυπικά»[8]
ή διασώζονται στη σημερινή αγιορείτικη λατρευτική παράδοση (πχ. η απαγγελία του
Ευαγγελίου σε επαναλαμβανόμενες ενότητες από διαφορετικά σημεία του ναού κατά
τον Εσπερινό της Αγάπης), αποτέλεσαν βασικούς παράγοντες εξέλιξης και σταδιακής
συστηματοποίησης της γραφής μέσα από τις όποιες δύσκολες ιστορικές συγκυρίες.
Έτσι, η σημειογραφία αυτή εμφανίζεται συστηματοποιημένα μετά
την εικονομαχική έριδα και συγκεκριμένα περί τα μέσα του 9ου αιώνα.
Οι C. Høeg και
S. G. Engberg[9] προτείνουν
ένα τριμερές σύστημα χρονολόγησης της εκφωνητικής σημειογραφίας που στηρίζεται
στα χαρακτηριστικά της γραφής και περιλαμβάνει ένας εύρος έξι αιώνων, από τον 9ο
μέχρι τον 14ο αιώνα. Κατά τον 9ο και 10ο αι.
μπορούμε να κάνουμε λόγο για ένα αρχαϊκό ή προ-κλασικό σύστημα. Την περίοδο
αυτή όταν και συστηματοποιείται αυτή η σημειογραφία, δεν μπορούμε να μιλήσουμε
για κάτι ολοκληρωμένο, μιας και δεν ταυτοποιούνται όλα τα γνωστά σημάδια, ούτε
και εμφανίζονται οι συνδυασμοί με σαφή τρόπο. Από την άλλη, κατά τους επόμενους
δύο αιώνες (11ο και 12ο αι.), μπορούμε να κάνουμε λόγο
για την περίοδο της κλασικής μορφής της γραφής. Το εκφωνητικό σύστημα είναι
πλήρως ανεπτυγμένο και οι συνδυασμοί των σημαδίων σε ζεύγη είναι ξεκάθαροι και
σαφείς, σα να ακολουθούν κάποιους κανόνες. Τέλος, κατά τη διάρκεια της τρίτης
περιόδου, της περιόδου των 13ου και 14ου αιώνων,
παρατηρείται η παρακμή της σημειογραφίας και της σταδιακής εξαφάνισής της, όπως
φαίνεται από την παραγωγή όλο και λιγότερων κωδίκων με αυτή τη σημειογραφία.
Αξίζει να σημειωθεί πως τα εκφωνητικά σημάδια επιλέγονταν
μεταξύ των γραμμών πάνω ή κάτω από αυτές, στα λεξιονάρια, και ειδικότερα σε ευαγγελισταρία,
πραξαποστόλους και προφητολόγια[10].
Συνήθως εντοπίζονται σημειωμένα με κόκκινο μελάνι ή σπανιότερα με μαύρο και
σκούρο καφέ χρώμα κατά την περίοδο παρακμής. Η θέση τους στο κείμενο
καθοριζόταν από τον ίδιο τον λόγο, καθώς καταγράφονταν σε συγκεκριμένα ζεύγη,[11]
όπως ήδη σημειώθηκε, στην αρχή και στο τέλος από κάθε «κώλον», δηλαδή μίας
ολοκληρωμένης νοηματικά μουσικορητορικής ενότητας. Τα ζεύγη καθορίστηκαν με την
πάροδο του χρόνου και για αυτόν τον λόγο έχουν συγκεκριμένους συνδυασμούς και κάποιες
φορές, μάλιστα, σε συγκεκριμένες φράσεις, όπως στην εναρκτήρια φράση των
ευαγγελικών περικοπών: «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ»[12]
[Εικόνα 1, 2, 3]. Επιπρόσθετα, δεν πρέπει να παραληφθεί από τις παρατηρήσεις ο
διπλασιασμός των σημαδίων προς το τέλος κάθε περικοπής. Πιθανόν, αυτό να
συμβαίνει για να υπάρξει κάποια υπενθύμιση προς τον αναγνώστη πως πλησιάζει στο
τέλος της περικοπής ή επρόκειτο για μία ένδειξη που προτείνει μια πιο
μελισματική κατάληξη ή ακόμα και για την αλλαγή της τονικής βαθμίδας της βάσης
εκφώνησης.
Η μορφή της σημειογραφίας στηριζόταν, όπως ήδη αναφέρθηκε, στα
στοιχεία του προσωδιακού συστήματος τονισμού. Αυτός είναι και ο λόγος της μορφής
ή των ονομάτων πολλών από τα σημάδια της σημειογραφίας. Για παράδειγμα, υπάρχει
η οξεία, η βαρεία, η συρματική, η απόστροφος και η τελεία (με το σημάδι του
σταυρού) [Εικόνα 4].
Για αυτά αλλά και για τα υπόλοιπα σημάδια δεν είμαστε βέβαιοι
για το πώς ενεργούσαν, αλλά σίγουρα υποψιαζόμαστε το πώς λειτουργούσαν εξαιτίας
των ονομάτων, του σχήματος αλλά και της εμφάνισής τους, αυτούσιας ή λεπτώς
διαφοροποιημένης, σε άλλες μουσικές σημειογραφίες[13],
όπως οι πρώιμες βυζαντινές
«Αθωνική» και «Αγιοπολίτικη», οι νευματικές των Λατίνων, των Αρμενίων και των
Γεωργιανών, ακόμα και ο μαζορητικός τονισμός των Εβραϊκών κειμένων. Αντίστοιχη
σχέση υπάρχει σαφώς με τα περισσότερα σημάδια των βυζαντινών νευματογραφιών
αλλά και με την σύγχρονη παρασημαντική της Ψαλτικής [Εικόνα 5]. Αυτός είναι και
ο λόγος για τον οποίο ο Κωνσταντίνος Φλώρος, ένας από τους μεγαλύτερους ευρωπαίους μουσικολόγους της εποχής μας,
θεωρεί πως η ελληνική γλώσσα αποτελεί ξεκάθαρα τη «μητέρα» της εκφωνητικής
σημειογραφίας και εκείνη, με τη σειρά της, τη «μητέρα» επομένων χρονικά
μουσικών σημειογραφιών[14].
Πληθώρα τέτοιων χειρογράφων βρίσκεται αποθησαυρισμένη σε όλες
σχεδόν τις Μονές του Αγιώνυμου Όρους[15].
Παρόμοιοι κώδικες ή σπαράγματά τους υπάρχουν σε βιβλιοθήκες και μουσεία ανά τον
κόσμο, κυρίως όμως στην Ελλάδα, την ευρύτερη λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου
και στις παρευξείνιες περιοχές. Η μελέτη τους, ειδικά η συγκριτική, κρίνεται
ιδιαίτερα σημαντική για πολλούς λόγους. Αρχικά, είναι ικανή να οριοθετήσει
χρονικά την ίδια την σημειογραφία αλλά και να αναδείξει τη σχέση της με άλλες
σημειογραφίες και παραδόσεις. Σε δεύτερη φάση, εφόσον αποδεικνύεται η σχέση
αυτή υπάρχουν μεγαλύτερες πιθανότητες για την αποκωδικοποίησή της αλλά και των
συγγενικών σημειογραφιών με την παράλληλη βοήθεια της προφορικής παράδοσης, η
οποία στην ορθόδοξη λατρεία μοιάζει ακλόνητη και ανεπηρέαστη. Επιπλέον, κάθε
νέα γνώση μπορεί να αποτελέσει διεπιστημονικό εργαλείο για μελλοντικές έρευνες,
όπως λ.χ. τον συγχρονισμό προσώπων με έργα, γεγονότα και περιόδους.
Μία τέτοια περίπτωση είναι και αυτή των χειρογράφων
ευαγγελισταρίων της Ιεράς Μονής Παντοκράτορος του Αγίου Όρους. Ειρήσθω εν παρόδω, θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Γέροντα της
Μονής, Αρχιμανδρίτη γερ. Γαβριήλ, και τον σκευοφύλακα, π. Πρόχορο, για την
άδεια που μου έδωσαν να μελετήσω τους χειρόγραφους κώδικες αλλά και το
ενδεικτικό, μα καθόλα χρήσιμο, φωτογραφικό υλικό που μου παρείχαν. Στην Μονή
Παντοκράτορος, λοιπόν, της οποίας η ίδρυση τοποθετείται χρονολογικά στον 14ο
αι., βρίσκονται δύο χειρόγραφα ευαγγελιστάρια με εκφωνητική σημειογραφία.
Αποτελούν εξαιρετικά δείγματα για την σπουδή της συγκεκριμένης σημειογραφίας,
ενώ επίσης μπορούν να γίνουν και αντικείμενο συγκριτικής μελέτης και για άλλες
συγγενικές ή παράλληλες. Ακόμα, προσφέρουν στην ερευνητική κοινότητα πλήθος
ερωτημάτων και υποθέσεων, κατάλληλα για περαιτέρω ενασχόληση.
Ο πρώτος από τους δύο χειρόγραφους κώδικες είναι ο
Παντοκράτορος 29. Πρόκειται για ένα χειρόγραφο περγαμηνό ευαγγελιστάριο, το
οποίο χρονολογείται στο τέλος του 13ου αι. [Εικόνα 6]. Την πληροφορία
αντλούμε από τον κολοφώνα του κώδικα, του οποίου ο γραφέας αναφέρει: «Πλήρης ἱεράς
καὶ θείας οὖν γραφῆς, ἃ πεντέκτῃ τοῦ μὴν ἰούλλὶ καλλοῦσι ἕτους προσδραμῶν ἐξακισχιλϊοστῶ
ὀκτακοσιωστῶ πέπτῳ πληρούντι τῆς τε ἰνδικτιῶνος μιᾶς οὖν καὶ δεκάτης…».
Επομένως, πρόκειται για το έτος 6805 από κτίσεως κόσμου και κατ’ επέκτασιν
(6805 - 5508 = 1297) για το έτος 1297 μ.Χ., έτος όχι πολύ μακρινό από την
ίδρυση της Μονής. Υπάρχει, όμως, διαφοροποίηση, έστω και κατά ένα έτος με τον
κατάλογο του Σπ. Λάμπρου, που το χρονολογεί στα 1296. Επίσης, στην ώα του
χειρογράφου υπάρχει με μολύβι καταγεγραμμένη η αφαίρεση με αποτέλεσμα 1297.
Ωστόσο, προκύπτει πρόβλημα με την επαλήθευση της ινδικτιώνος, η οποία προκύπτει
από το υπόλοιπο της διαίρεσης του έτους από κτίσεως κόσμου με τον αριθμό του
κύκλου των ινδικτιώνων (6805 / 15 = 453, υπολ. 10), αφού το υπόλοιπο της
διαίρεσης είναι δέκα και όχι έντεκα. Ίσως, αποτελεί σφάλμα εκ παραδρομής του
γραφέα, ο οποίος είναι ο Κωνσταντίνος «ἐκ τοῦ Μοραίου», επί βασιλείας
Ανδρονίκου Β΄ (του Παλαιολόγου) και Ειρήνης της Αυγούστας. Ο συγκεκριμένος
γραφέας, φαίνεται πως ενήργησε με εντολή του Μιχαήλ Κεφαλά, άνδρα με ευγενή
καταγωγή από το γένος των Κομνηνών. Βέβαια, παρά τη φιλότιμη προσπάθεια του να
γράψει έναν κολοφώνα μιμούμενος, μάλλον, το ύφος των προγενεστέρων είναι
εμφανής η δυσορθογραφία του.
Ο ευαγγελικός λόγος είναι γραμμένος με την λεγόμενη
«μαργαριτόπλεκτη γραφή» σε δύο σελίδες (δηλ. στήλες) σε κάθε πλευρά από τα 210
φύλλα του κώδικα. Τα πρώτα 67 φύλλα περιέχουν εκφωνητική σημειογραφία καθώς και
το ρέκτο του 68ου φύλλου. Από το φύλλο 176 μικραίνει αισθητά το
μέγεθος των γραμμάτων και των διαστίχων. Κάθε σελίδα εκτείνεται σε 24 στίχους,
όπου υπάρχουν εκφωνητικά σημάδια, και έως 32 στίχους, όπου απουσιάζουν. Επιπλέον,
τα αρχιγράμματα προς το τέλος του κώδικα είναι αρκετά άτεχνα έως και πρόχειρα.
Όσον αφορά στην εκφωνητική σημειογραφία, πρόκειται για ξεκάθαρο
δείγμα της τρίτης περιόδου, κατά το σύστημα χωρισμού των περιόδων από τους Høeg και Engberg, δηλαδή
της περιόδου παρακμής. Ένα απλό παράδειγμα είναι η χρήση του σημαδιού της
τελείας, που εμφανίζεται ως σταυρός. Πιο συγκεκριμένα, κατά τους προηγούμενους
αιώνες ήταν περασμένη στα χειρόγραφα με κόκκινο χρώμα εξ αρχής. Εδώ, αν και
στην αρχή του χειρογράφου είναι επίσης με κόκκινο χρώμα, από το φύλλο 7v εμφανίζεται με το χρώμα
των γραμμάτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε άλλα σημεία του χειρογράφου, έχει επαναχρωματιστεί
με κόκκινο [Εικόνα 7].
Ένα άλλο δείγμα της φάσης παρακμής της γραφής είναι η σταδιακή απουσία της από
ορισμένα χωρία, όπως φαίνεται και στο φύλλο 41v, και εξαφανίζεται οριστικά στο 68r, όπου η περικοπή
τονίζεται με εκφωνητικά σημάδια αλλά η συνέχειά της, στο πίσω μέρος του φύλλου
γίνεται, χωρίς αυτά [Εικόνα 8].
Ο έτερος κώδικας, ο Παντοκράτορος 36, παρουσιάζει εξίσου ζωηρό
ενδιαφέρον. Πρόκειται για περγαμηνό κώδικα, του οποίου τα πρώτα 22 φύλλα είναι
παλίμψηστα [Εικόνα 9].
Ο Σπ. Λάμπρου στον κατάλογο χειρογράφων υποστηρίζει πως το κύριο μέρος
χρονολογείται κατά τον 14ο αι. και τα παλίμψηστα φύλλα στον 12ο
αι.. Πάντως, το ότι πρόκειται για παλίμψηστα, είναι εμφανές και δια γυμνού
οφθαλμού, μιας και οι σελίδες του νεώτερου κειμένου είναι στενότερες και
εμφανίζονται τα προγενέστερα, των οποίων το περιεχόμενο δε σχετίζεται με την
παρούσα μελέτη. Το ευαγγελιστάριο διαρθρώνεται σε δύο σελίδες των 38 στίχων σε
κάθε πλευρά των 243 φύλλων. Δυστυχώς, η απουσία κολοφώνα δεν μας δίνει πληροφορίες
για το έτος συγγραφής, τον γραφέα, τον παραγγελιοδότη ή το σκρηπτόριο
κατασκευής.
Όσον αφορά στην εκφωνητική σημειογραφία, απουσιάζει από το
παλίμψηστο μέρος, εκτός των τελευταίων τριών - τεσσάρων στίχων του φύλλου 22v, και εμφανίζεται από το
23ο κ.ε. Επίσης, στο σημείο αυτό, είναι εμφανής η χείρα άλλου γραφέα
από τον τύπο και το μέγεθος των γραμμάτων. Ομοίως συμβαίνει και στην έναρξη
μίας περικοπής στο φύλλο 56r,
με τρίτο γραφέα στον ίδιο κώδικα. Υπάρχει, τέλος, και η συμμετοχή ενός τέταρτου
γραφέα μεταξύ των φύλλων 203 - 219, προφανώς μεταγενέστερη προσθήκη λόγω φθοράς.
Όπως και να ‘χει, η ύπαρξη των σημαδοφώνων είναι συνεχής από το 23ο
φύλο έως το τέλος του κώδικα [Εικόνα 10,
11, 12, 13].
Αυτό που έχει, όμως, ξεχωριστό ενδιαφέρον είναι το εκφωνητικό
σύστημα που χρησιμοποιείται. Και ευθύς αμέσως θα εξηγήσω… Αν και ο κώδικας
χρονολογείται από τον Σπ. Λάμπρου στον 14ο αι., τα εκφωνητικά
σημάδια και οι συνδυασμοί τους δεν δικαιολογούνται σε αυτήν την εποχή. Εν
πρώτοις, δεν υπάρχουν κώλα ή χωρία χωρίς σημάδια, με εξαίρεση το παλίμψηστο
τμήμα. Κατά δεύτερον, οι τελείες, σε αντίθεση με τον Παντοκράτορος 29, τον
προηγούμενο κώδικα που παρουσιάστηκε, καταγράφονται εξ αρχής και καθ’ όλο το
χειρόγραφο με κόκκινο χρώμα. Επιπλέον, υπάρχουν πρόσθετες παραπομπές -
υποσημειώσεις στις ώες με εκφωνητικά σημάδια, δείγμα της χρήσης της
σημειογραφίας, αν όχι της επιτακτικής ανάγκης, κάτι που δεν παραπέμπει σε
περίοδο παρακμής [Εικόνα
14].
Το μοναδικό σημείο που απουσιάζει η σημειογραφία είναι στο φύλλο 76v, όπου τα διάστιχα των
γραμμών είναι εξαιρετικά περιορισμένα, ίσως λόγω μεταγενέστερης προσθήκης,
μερικώς ανορθόγραφης μάλιστα, πχ. δύνατε αντί του δύναται, διαλογίζεσθαι αντί
διαλογίζεσθε, εἰπῆν αντί εἰπεῖν κ.λπ. [Εικόνα 15] Ένα ακόμη σημείο που δημιουργεί
ερωτηματικά είναι η στάχωση του κώδικά. Σε αυτήν υπάρχουν φύλλα με βυζαντινή
σημειογραφία, ίσως αγιοπολίτικη, μεταβατική ή πρώιμη μεσοβυζαντινή
σημειογραφία, με ένα ύμνο αναστάσιμου περιεχομένου, με το απήχημα του γ’ ήχου
(ανεανεες), και έναν χριστουγεννιάτικου [Εικόνα 16, 17]. Η χρήση των δύο γραφών σχετίζεται με
την περίοδο ακμής της εκφωνητικής σημειογραφίας, αφού ο Γρ. Στάθης τις ορίζει
χρονικά από τον 10ο έως και τον 12ο αι., ενώ ο Κ. Φλώρος,
ανέδειξε τη συγγενική τους σχέση με την εκφωνητική σημειογραφία. Τέλος, μπορεί
κανείς να συνυπολογίσει και την παράδοση που θέλει την ύπαρξη μοναστικής
κοινότητας στην περιοχή από την εποχή του Αλεξίου Κομνηνού, μια εποχή η οποία
σαφώς υπήρξε από τις ενδοξότερες της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Τα παραπάνω, ήδη γνωστά αλλά και νεώτερα σε σχέση με την
εκφωνητική σημειογραφία και τα δύο χειρόγραφα ευαγγελιστάρια της Μονής
Παντοκράτορος, είναι βέβαιο πως δημιουργούν ερωτήματα και υποθέσεις εργασίας τα
οποία εγείρουν το ενδιαφέρον και μας προβληματίζουν για το πώς να συνεχίσουμε
τις έρευνές μας στο μέλλον. Αρχικά, είναι απαραίτητη η μελέτη και η εκ νέου
λεπτομερής και ενδελεχής καταλογογράφηση των χειρογράφων και σπαραγμάτων με
εκφωνητική σημειογραφία στον Άθωνα· πράξη η οποία έχει ήδη ξεκινήσει από τον
υποφαινόμενο με την επίβλεψη του προλαλήσαντος, καθηγητού κ. Ιω. Λιάκου, πριν
από μερικούς μήνες με την, έως τώρα, συνεργασία με τις Ιερές Μονές
Παντοκράτορος, Ξενοφώντος και Σίμωνος Πέτρας. Τα αποτελέσματα της εργασίας
αυτής, σε δεύτερη φάση, μπορούν να αξιοποιηθούν στον τομέα της συγκριτικής
μελέτης εκφωνητικών και νευματικών σημειογραφιών του Μεσαίωνα, αποδεικνύοντας
την σημαντικότητα και της βυζαντινής εκφωνητικής σημειογραφίας αλλά δίνοντας
και μια άλλη διάσταση στην αποκωδικοποίησή της. Συν τοις άλλοις, μελέτες με
διεπιστημονικό χαρακτήρα θεωρώ πως είναι αναγκαίες στο πεδίο της έρευνας, αφού
αυτές ανατροφοδοτούν το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας με τα νέα
ευρήματα και συμπεράσματα.
-- ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΔΕ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΑΝ ΛΟΓΩ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ --
*Θα δημοσιευτούν στο τόμο πρακτικών του Εργαστηρίου.
[1]
Τσάγγαλη Κ. Χρήστου, Τέχνη
ραψωδική - Η απαγγελίας της επικής ποίησης, Θεσσαλονίκη 2018, σσ. 17 - 166.
[2]
Σέφκα Άγγελου, Η Εκφωνητική Τέχνη και Σημειογραφία στην Ψαλτική (9ος
- 14ος αι. & 19ος - 21ος αι.),
Διπλωματική Εργασία, Θεσσαλονίκη 2019, σ. 23 - 24.
[3]
Χατζηχρόνογλου Γεωργίου, «Εμμελής απαγελία», 1st International Conference,
Athens, September 10th - 15th 2007, (https://www.asbmh.pitt.edu/page9/page10/page11/page11.html
- Ημερομηνία Προσπέλασης 5 / 12 / 2023), σ. 224.
[4]
PG 27, 12-45
[5]
Στάθη Θ. Γρηγορίου, «Η ιστορία και
παρουσίαση της εκφωνητικής σημειογραφίας», Συμβολή στη μνήμη Γεωργίου Στ.
Αμαριανάκη (1936 - 2003), Αθήνα 2013, σσ. 331 - 334 & 340 - 341.
[6]
Το αυτόθι.
[7]
Στεφάνου Βυζαντίου, «Σχόλια Στεφάνου εις
την Ρητορικήν Αριστοτέλους»,
Anecdota Graeca e codd. manuscriptis BRP, Vol. 1, MCCCXXXIX (1839), σ. 301.
[8]
Mateos Juan, Le Typicon de
la Grande Eglise, Orientalia Cristiana Analecta 165, Tome 1, Roma 1962, pp.
94 - 96.
[9]
Αλεξάνδρου Μαρίας, Παλαιογραφία Βυζαντινής Μουσικής, Αθήνα - Ψηφιακό
Αποθετήριο Κάλλιππος 2017, σ. 180.
[10]
Martani Sandra, «The Theory and Practice of Ekphonetic Notation: the Manuscript
Sinait. gr 213», Plainsong and Mediaeval Music, Vol. 12, No. 1, 2003, p. 24
[11]
Engberg Sysse Gudrun, «Greek Ekphnetic Neumes and Masoretic Accents», SEC,
Vol. 1, London 1966, p. 39.
[12]
Ηøeg Carsten, La Notation Ekphonétique, Copenhague 1935, pp. 46 - 54.
[13]
Floros Constantin, The
Origins of Western Notation - Reviced and Translated by Neil Moran, with a
report on “the reception of the Universale neumenkunde, 1970 –2010”, pp.
240 - 243 & Andriadze Manana, “Chanting in the Context of Georgian
Christian Culture”, Musicology Today: Journal of the National University of
Music Bucharest, Vol. 20, Bucharest 2014, p. 190.
[14]
Φλώρου Κωνσταντίνου (Μτφρ. Κων. Κακαβελάκης), Η ελληνική παράδοση στις
μουσικές γραφές του Μεσαίωνα, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 114.
[15]
Lambros Spyridon P., Catalogue
of the Greek Manuscripts on Mount Athos, Vol. I & II, Cambrige 1895.










