Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2023

Εισήγηση στο 7ο Διεθνές Επιστημονικό Εργαστήριο της Αγιορειτικής Εστίας (8-10 Δεκεμβρίου 2023)

 

Χειρόγραφα με Εκφωνητική Σημειογραφία στον Άθωνα:

η περίπτωση των Παντοκρατορινών Χειρογράφων

Παρακολουθείστε την εισήγηση! (3.28.00 κ.ε.)

Σεβαστοί πατέρες, αξιότιμοι σύνεδροι, εκλεκτή ακαδημαϊκή ομήγυρις, φίλες και φίλοι του Άθωνα,

είναι πράγματι αξιοσημείωτα όλα αυτά που έχει προσφέρει το Αγιώνυμον Όρος του Άθωνα στον τομέα της πίστης, του πολιτισμού, της τέχνης και του όποιου άλλου επιστημονικού ενδιαφέροντος, αλλά κάθε φορά που εγκύπτουμε σε μια έρευνα, μια καινούργια μελέτη, πάντα προκύπτει κάτι νέο και ξεχωριστό. Και με αφορμή αυτό και ευχαριστώντας παράλληλα την Επιστημονική Επιτροπή για την έγκριση της εισηγήσεως, ας με συγχωρέσουν για το περίσσιο θάρρος, μιας και τους προτρέπω να συνεχίσουν να δίνουν το ίδιο βάρος και για τα επόμενα χρόνια σε αυτά τα κατ’ έτος εργαστήρια που αφορούν το Άγιον Όρος. Το έχουμε όλοι μας, πραγματικά, ανάγκη.

Ένα από τα ζητήματα που μοιάζουν εν πολλοίς ανεξιχνίαστα και σχετίζονται με το Άγιον Όρος είναι εκείνο της Εκφωνητικής Τέχνης, η οποία φαίνεται να είναι παράλληλα οικεία και απόμακρη, σημαντική μα και παραμελημένη. Πρόκειται για μία Τέχνη που αφορά στον τρόπο ανάγνωσης και απαγγελίας των αγιογραφικών και άλλων λειτουργικών κειμένων, όχι μόνο στις μέρες αλλά και κατά την μεσαιωνική περίοδο, μια Τέχνη της οποίας οι ρίζες χάνονται στα βάθη των αιώνων συναντώντας τις αγορεύσεις των ρητόρων, το αρχαίο δράμα και, ακόμα παλαιότερα, τους αοιδούς και ραψωδούς της εποχής του Ομήρου[1]. Από την άλλη τα φύλλα της αγγίζουν την μεταβυζαντινή εποχή με τις παρα(κατά)λογές, τα δημώδη και ακριτικά άσματα, τις κρητικές μαντινάδες, τα μοιρολόγια ενώ οι πιο ρομαντικοί ή τολμηροί βρίσκουν ένα είδος συγγένειας ανάμεσα σε αυτή και την μπλουζ ή την ραπ μουσική [2] & [3]. Η σημερινή, όμως, παρουσίαση θα εστιάσει στην σημειογραφία καταγραφής αυτής της μελωδικής ανάγνωσης, της λεγομένης «εκφωνητικής σημειογραφίας».

Ο άγιος Επιφάνιος της Κύπρου, ο Μέγας Αθανάσιος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος φαίνεται έμμεσα και άμεσα πως είναι οι «πατέρες» της εκκλησιαστικής εμμελούς απαγγελίας και της εκφωνητικής της σημειογραφίας. Για παράδειγμα, ο Μέγας Αθανάσιος, αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, στους λόγους του για την ερμηνεία των ψαλμών προς τον Μαρκελλίνο[4], γράφει πως «τῆς δὲ τοιαύτης τῶν λογισμῶν ἀταραξίας καὶ ἀκύμονος καταστάσεως εἰκὼν καὶ τύπος ἐστίν ἡ τῶν ψαλμῶν ἐμμελὴς ἀνάγνωσις» ή, σε άλλο σημείο, «σύμβολον ἐστίν τῆς εὐρύθμου καὶ ἀχειμάστου καταστάσεως τῆς διανοίας». Μάλιστα, ο καθηγητής Γρηγόριος Στάθης υποστηρίζει πως δεν αρκέστηκαν στις όποιες συμβουλές, γραπτές ή προφορικές, αλλά με τη βοήθεια των προσωδιακών σημαδιών, δηλαδή του συστήματος τονισμού της κοινής ελληνιστικής, προέβησαν στον τονισμό των ιερών κειμένων[5]. Μάλιστα, ο ιερός Χρυσόστομος υπήρξε και διδάσκαλος της αυτοκρατορικής αυλής στην εκφωνητική τέχνη κάνοντας χρήση των προσωδιακών και άλλων σημαδιών[6]. Την εν γένει υπόθεση φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά ο σχολιαστής της ρητορικής του Αριστοτέλους, Στέφανος ο Αλεξανδρεύς, ο οποίος σημειώνει ότι «διὰ τοῦτο καὶ οἱ τὰ ἅγια εὐαγγέλια μανθάνοντες μιοῦνται πρῶτον τοὺς τόνους· ὀξεῖαν, καὶ συρματικήν (δηλ. περισπωμένη), καὶ βαρεῖαν καὶ τελεῖαν ἐκπαιδευόμενοι»[7]. Υποψιαζόμαστε πως, μάλλον, η πολυπολιτισμική ταυτότητα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η δυσκολία της ελληνικής γλώσσας αλλά και οι λειτουργικές συνήθειες, όπως αποτυπώνονται στα «τυπικά»[8] ή διασώζονται στη σημερινή αγιορείτικη λατρευτική παράδοση (πχ. η απαγγελία του Ευαγγελίου σε επαναλαμβανόμενες ενότητες από διαφορετικά σημεία του ναού κατά τον Εσπερινό της Αγάπης), αποτέλεσαν βασικούς παράγοντες εξέλιξης και σταδιακής συστηματοποίησης της γραφής μέσα από τις όποιες δύσκολες ιστορικές συγκυρίες.

Έτσι, η σημειογραφία αυτή εμφανίζεται συστηματοποιημένα μετά την εικονομαχική έριδα και συγκεκριμένα περί τα μέσα του 9ου αιώνα. Οι C. Høeg και S. G. Engberg[9] προτείνουν ένα τριμερές σύστημα χρονολόγησης της εκφωνητικής σημειογραφίας που στηρίζεται στα χαρακτηριστικά της γραφής και περιλαμβάνει ένας εύρος έξι αιώνων, από τον 9ο μέχρι τον 14ο αιώνα. Κατά τον 9ο και 10ο αι. μπορούμε να κάνουμε λόγο για ένα αρχαϊκό ή προ-κλασικό σύστημα. Την περίοδο αυτή όταν και συστηματοποιείται αυτή η σημειογραφία, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για κάτι ολοκληρωμένο, μιας και δεν ταυτοποιούνται όλα τα γνωστά σημάδια, ούτε και εμφανίζονται οι συνδυασμοί με σαφή τρόπο. Από την άλλη, κατά τους επόμενους δύο αιώνες (11ο και 12ο αι.), μπορούμε να κάνουμε λόγο για την περίοδο της κλασικής μορφής της γραφής. Το εκφωνητικό σύστημα είναι πλήρως ανεπτυγμένο και οι συνδυασμοί των σημαδίων σε ζεύγη είναι ξεκάθαροι και σαφείς, σα να ακολουθούν κάποιους κανόνες. Τέλος, κατά τη διάρκεια της τρίτης περιόδου, της περιόδου των 13ου και 14ου αιώνων, παρατηρείται η παρακμή της σημειογραφίας και της σταδιακής εξαφάνισής της, όπως φαίνεται από την παραγωγή όλο και λιγότερων κωδίκων με αυτή τη σημειογραφία.

Αξίζει να σημειωθεί πως τα εκφωνητικά σημάδια επιλέγονταν μεταξύ των γραμμών πάνω ή κάτω από αυτές, στα λεξιονάρια, και ειδικότερα σε ευαγγελισταρία, πραξαποστόλους και προφητολόγια[10]. Συνήθως εντοπίζονται σημειωμένα με κόκκινο μελάνι ή σπανιότερα με μαύρο και σκούρο καφέ χρώμα κατά την περίοδο παρακμής. Η θέση τους στο κείμενο καθοριζόταν από τον ίδιο τον λόγο, καθώς καταγράφονταν σε συγκεκριμένα ζεύγη,[11] όπως ήδη σημειώθηκε, στην αρχή και στο τέλος από κάθε «κώλον», δηλαδή μίας ολοκληρωμένης νοηματικά μουσικορητορικής ενότητας. Τα ζεύγη καθορίστηκαν με την πάροδο του χρόνου και για αυτόν τον λόγο έχουν συγκεκριμένους συνδυασμούς και κάποιες φορές, μάλιστα, σε συγκεκριμένες φράσεις, όπως στην εναρκτήρια φράση των ευαγγελικών περικοπών: «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ»[12] [Εικόνα 1, 2, 3]. Επιπρόσθετα, δεν πρέπει να παραληφθεί από τις παρατηρήσεις ο διπλασιασμός των σημαδίων προς το τέλος κάθε περικοπής. Πιθανόν, αυτό να συμβαίνει για να υπάρξει κάποια υπενθύμιση προς τον αναγνώστη πως πλησιάζει στο τέλος της περικοπής ή επρόκειτο για μία ένδειξη που προτείνει μια πιο μελισματική κατάληξη ή ακόμα και για την αλλαγή της τονικής βαθμίδας της βάσης εκφώνησης.

Η μορφή της σημειογραφίας στηριζόταν, όπως ήδη αναφέρθηκε, στα στοιχεία του προσωδιακού συστήματος τονισμού. Αυτός είναι και ο λόγος της μορφής ή των ονομάτων πολλών από τα σημάδια της σημειογραφίας. Για παράδειγμα, υπάρχει η οξεία, η βαρεία, η συρματική, η απόστροφος και η τελεία (με το σημάδι του σταυρού) [Εικόνα 4].

Για αυτά αλλά και για τα υπόλοιπα σημάδια δεν είμαστε βέβαιοι για το πώς ενεργούσαν, αλλά σίγουρα υποψιαζόμαστε το πώς λειτουργούσαν εξαιτίας των ονομάτων, του σχήματος αλλά και της εμφάνισής τους, αυτούσιας ή λεπτώς διαφοροποιημένης, σε άλλες μουσικές σημειογραφίες[13], όπως οι πρώιμες βυζαντινές «Αθωνική» και «Αγιοπολίτικη», οι νευματικές των Λατίνων, των Αρμενίων και των Γεωργιανών, ακόμα και ο μαζορητικός τονισμός των Εβραϊκών κειμένων. Αντίστοιχη σχέση υπάρχει σαφώς με τα περισσότερα σημάδια των βυζαντινών νευματογραφιών αλλά και με την σύγχρονη παρασημαντική της Ψαλτικής [Εικόνα 5]. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ο Κωνσταντίνος Φλώρος, ένας από τους μεγαλύτερους ευρωπαίους μουσικολόγους της εποχής μας, θεωρεί πως η ελληνική γλώσσα αποτελεί ξεκάθαρα τη «μητέρα» της εκφωνητικής σημειογραφίας και εκείνη, με τη σειρά της, τη «μητέρα» επομένων χρονικά μουσικών σημειογραφιών[14].

Πληθώρα τέτοιων χειρογράφων βρίσκεται αποθησαυρισμένη σε όλες σχεδόν τις Μονές του Αγιώνυμου Όρους[15]. Παρόμοιοι κώδικες ή σπαράγματά τους υπάρχουν σε βιβλιοθήκες και μουσεία ανά τον κόσμο, κυρίως όμως στην Ελλάδα, την ευρύτερη λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου και στις παρευξείνιες περιοχές. Η μελέτη τους, ειδικά η συγκριτική, κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική για πολλούς λόγους. Αρχικά, είναι ικανή να οριοθετήσει χρονικά την ίδια την σημειογραφία αλλά και να αναδείξει τη σχέση της με άλλες σημειογραφίες και παραδόσεις. Σε δεύτερη φάση, εφόσον αποδεικνύεται η σχέση αυτή υπάρχουν μεγαλύτερες πιθανότητες για την αποκωδικοποίησή της αλλά και των συγγενικών σημειογραφιών με την παράλληλη βοήθεια της προφορικής παράδοσης, η οποία στην ορθόδοξη λατρεία μοιάζει ακλόνητη και ανεπηρέαστη. Επιπλέον, κάθε νέα γνώση μπορεί να αποτελέσει διεπιστημονικό εργαλείο για μελλοντικές έρευνες, όπως λ.χ. τον συγχρονισμό προσώπων με έργα, γεγονότα και περιόδους.

Μία τέτοια περίπτωση είναι και αυτή των χειρογράφων ευαγγελισταρίων της Ιεράς Μονής Παντοκράτορος του Αγίου Όρους. Ειρήσθω εν παρόδω, θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Γέροντα της Μονής, Αρχιμανδρίτη γερ. Γαβριήλ, και τον σκευοφύλακα, π. Πρόχορο, για την άδεια που μου έδωσαν να μελετήσω τους χειρόγραφους κώδικες αλλά και το ενδεικτικό, μα καθόλα χρήσιμο, φωτογραφικό υλικό που μου παρείχαν. Στην Μονή Παντοκράτορος, λοιπόν, της οποίας η ίδρυση τοποθετείται χρονολογικά στον 14ο αι., βρίσκονται δύο χειρόγραφα ευαγγελιστάρια με εκφωνητική σημειογραφία. Αποτελούν εξαιρετικά δείγματα για την σπουδή της συγκεκριμένης σημειογραφίας, ενώ επίσης μπορούν να γίνουν και αντικείμενο συγκριτικής μελέτης και για άλλες συγγενικές ή παράλληλες. Ακόμα, προσφέρουν στην ερευνητική κοινότητα πλήθος ερωτημάτων και υποθέσεων, κατάλληλα για περαιτέρω ενασχόληση.

Ο πρώτος από τους δύο χειρόγραφους κώδικες είναι ο Παντοκράτορος 29. Πρόκειται για ένα χειρόγραφο περγαμηνό ευαγγελιστάριο, το οποίο χρονολογείται στο τέλος του 13ου αι. [Εικόνα 6]. Την πληροφορία αντλούμε από τον κολοφώνα του κώδικα, του οποίου ο γραφέας αναφέρει: «Πλήρης ἱεράς καὶ θείας οὖν γραφῆς, ἃ πεντέκτῃ τοῦ μὴν ἰούλλὶ καλλοῦσι ἕτους προσδραμῶν ἐξακισχιλϊοστῶ ὀκτακοσιωστῶ πέπτῳ πληρούντι τῆς τε ἰνδικτιῶνος μιᾶς οὖν καὶ δεκάτης…». Επομένως, πρόκειται για το έτος 6805 από κτίσεως κόσμου και κατ’ επέκτασιν (6805 - 5508 = 1297) για το έτος 1297 μ.Χ., έτος όχι πολύ μακρινό από την ίδρυση της Μονής. Υπάρχει, όμως, διαφοροποίηση, έστω και κατά ένα έτος με τον κατάλογο του Σπ. Λάμπρου, που το χρονολογεί στα 1296. Επίσης, στην ώα του χειρογράφου υπάρχει με μολύβι καταγεγραμμένη η αφαίρεση με αποτέλεσμα 1297. Ωστόσο, προκύπτει πρόβλημα με την επαλήθευση της ινδικτιώνος, η οποία προκύπτει από το υπόλοιπο της διαίρεσης του έτους από κτίσεως κόσμου με τον αριθμό του κύκλου των ινδικτιώνων (6805 / 15 = 453, υπολ. 10), αφού το υπόλοιπο της διαίρεσης είναι δέκα και όχι έντεκα. Ίσως, αποτελεί σφάλμα εκ παραδρομής του γραφέα, ο οποίος είναι ο Κωνσταντίνος «ἐκ τοῦ Μοραίου», επί βασιλείας Ανδρονίκου Β΄ (του Παλαιολόγου) και Ειρήνης της Αυγούστας. Ο συγκεκριμένος γραφέας, φαίνεται πως ενήργησε με εντολή του Μιχαήλ Κεφαλά, άνδρα με ευγενή καταγωγή από το γένος των Κομνηνών. Βέβαια, παρά τη φιλότιμη προσπάθεια του να γράψει έναν κολοφώνα μιμούμενος, μάλλον, το ύφος των προγενεστέρων είναι εμφανής η δυσορθογραφία του.

Ο ευαγγελικός λόγος είναι γραμμένος με την λεγόμενη «μαργαριτόπλεκτη γραφή» σε δύο σελίδες (δηλ. στήλες) σε κάθε πλευρά από τα 210 φύλλα του κώδικα. Τα πρώτα 67 φύλλα περιέχουν εκφωνητική σημειογραφία καθώς και το ρέκτο του 68ου φύλλου. Από το φύλλο 176 μικραίνει αισθητά το μέγεθος των γραμμάτων και των διαστίχων. Κάθε σελίδα εκτείνεται σε 24 στίχους, όπου υπάρχουν εκφωνητικά σημάδια, και έως 32 στίχους, όπου απουσιάζουν. Επιπλέον, τα αρχιγράμματα προς το τέλος του κώδικα είναι αρκετά άτεχνα έως και πρόχειρα.

Όσον αφορά στην εκφωνητική σημειογραφία, πρόκειται για ξεκάθαρο δείγμα της τρίτης περιόδου, κατά το σύστημα χωρισμού των περιόδων από τους Høeg και Engberg, δηλαδή της περιόδου παρακμής. Ένα απλό παράδειγμα είναι η χρήση του σημαδιού της τελείας, που εμφανίζεται ως σταυρός. Πιο συγκεκριμένα, κατά τους προηγούμενους αιώνες ήταν περασμένη στα χειρόγραφα με κόκκινο χρώμα εξ αρχής. Εδώ, αν και στην αρχή του χειρογράφου είναι επίσης με κόκκινο χρώμα, από το φύλλο 7v εμφανίζεται με το χρώμα των γραμμάτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε άλλα σημεία του χειρογράφου, έχει επαναχρωματιστεί με κόκκινο [Εικόνα 7]. Ένα άλλο δείγμα της φάσης παρακμής της γραφής είναι η σταδιακή απουσία της από ορισμένα χωρία, όπως φαίνεται και στο φύλλο 41v, και εξαφανίζεται οριστικά στο 68r, όπου η περικοπή τονίζεται με εκφωνητικά σημάδια αλλά η συνέχειά της, στο πίσω μέρος του φύλλου γίνεται, χωρίς αυτά [Εικόνα 8].

Ο έτερος κώδικας, ο Παντοκράτορος 36, παρουσιάζει εξίσου ζωηρό ενδιαφέρον. Πρόκειται για περγαμηνό κώδικα, του οποίου τα πρώτα 22 φύλλα είναι παλίμψηστα [Εικόνα 9]. Ο Σπ. Λάμπρου στον κατάλογο χειρογράφων υποστηρίζει πως το κύριο μέρος χρονολογείται κατά τον 14ο αι. και τα παλίμψηστα φύλλα στον 12ο αι.. Πάντως, το ότι πρόκειται για παλίμψηστα, είναι εμφανές και δια γυμνού οφθαλμού, μιας και οι σελίδες του νεώτερου κειμένου είναι στενότερες και εμφανίζονται τα προγενέστερα, των οποίων το περιεχόμενο δε σχετίζεται με την παρούσα μελέτη. Το ευαγγελιστάριο διαρθρώνεται σε δύο σελίδες των 38 στίχων σε κάθε πλευρά των 243 φύλλων. Δυστυχώς, η απουσία κολοφώνα δεν μας δίνει πληροφορίες για το έτος συγγραφής, τον γραφέα, τον παραγγελιοδότη ή το σκρηπτόριο κατασκευής.

Όσον αφορά στην εκφωνητική σημειογραφία, απουσιάζει από το παλίμψηστο μέρος, εκτός των τελευταίων τριών - τεσσάρων στίχων του φύλλου 22v, και εμφανίζεται από το 23ο κ.ε. Επίσης, στο σημείο αυτό, είναι εμφανής η χείρα άλλου γραφέα από τον τύπο και το μέγεθος των γραμμάτων. Ομοίως συμβαίνει και στην έναρξη μίας περικοπής στο φύλλο 56r, με τρίτο γραφέα στον ίδιο κώδικα. Υπάρχει, τέλος, και η συμμετοχή ενός τέταρτου γραφέα μεταξύ των φύλλων 203 - 219, προφανώς μεταγενέστερη προσθήκη λόγω φθοράς. Όπως και να ‘χει, η ύπαρξη των σημαδοφώνων είναι συνεχής από το 23ο φύλο έως το τέλος του κώδικα [Εικόνα 10, 11, 12, 13].

Αυτό που έχει, όμως, ξεχωριστό ενδιαφέρον είναι το εκφωνητικό σύστημα που χρησιμοποιείται. Και ευθύς αμέσως θα εξηγήσω… Αν και ο κώδικας χρονολογείται από τον Σπ. Λάμπρου στον 14ο αι., τα εκφωνητικά σημάδια και οι συνδυασμοί τους δεν δικαιολογούνται σε αυτήν την εποχή. Εν πρώτοις, δεν υπάρχουν κώλα ή χωρία χωρίς σημάδια, με εξαίρεση το παλίμψηστο τμήμα. Κατά δεύτερον, οι τελείες, σε αντίθεση με τον Παντοκράτορος 29, τον προηγούμενο κώδικα που παρουσιάστηκε, καταγράφονται εξ αρχής και καθ’ όλο το χειρόγραφο με κόκκινο χρώμα. Επιπλέον, υπάρχουν πρόσθετες παραπομπές - υποσημειώσεις στις ώες με εκφωνητικά σημάδια, δείγμα της χρήσης της σημειογραφίας, αν όχι της επιτακτικής ανάγκης, κάτι που δεν παραπέμπει σε περίοδο παρακμής [Εικόνα 14]. Το μοναδικό σημείο που απουσιάζει η σημειογραφία είναι στο φύλλο 76v, όπου τα διάστιχα των γραμμών είναι εξαιρετικά περιορισμένα, ίσως λόγω μεταγενέστερης προσθήκης, μερικώς ανορθόγραφης μάλιστα, πχ. δύνατε αντί του δύναται, διαλογίζεσθαι αντί διαλογίζεσθε, εἰπῆν αντί εἰπεῖν κ.λπ. [Εικόνα 15] Ένα ακόμη σημείο που δημιουργεί ερωτηματικά είναι η στάχωση του κώδικά. Σε αυτήν υπάρχουν φύλλα με βυζαντινή σημειογραφία, ίσως αγιοπολίτικη, μεταβατική ή πρώιμη μεσοβυζαντινή σημειογραφία, με ένα ύμνο αναστάσιμου περιεχομένου, με το απήχημα του γ’ ήχου (ανεανεες), και έναν χριστουγεννιάτικου [Εικόνα 16, 17]. Η χρήση των δύο γραφών σχετίζεται με την περίοδο ακμής της εκφωνητικής σημειογραφίας, αφού ο Γρ. Στάθης τις ορίζει χρονικά από τον 10ο έως και τον 12ο αι., ενώ ο Κ. Φλώρος, ανέδειξε τη συγγενική τους σχέση με την εκφωνητική σημειογραφία. Τέλος, μπορεί κανείς να συνυπολογίσει και την παράδοση που θέλει την ύπαρξη μοναστικής κοινότητας στην περιοχή από την εποχή του Αλεξίου Κομνηνού, μια εποχή η οποία σαφώς υπήρξε από τις ενδοξότερες της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Τα παραπάνω, ήδη γνωστά αλλά και νεώτερα σε σχέση με την εκφωνητική σημειογραφία και τα δύο χειρόγραφα ευαγγελιστάρια της Μονής Παντοκράτορος, είναι βέβαιο πως δημιουργούν ερωτήματα και υποθέσεις εργασίας τα οποία εγείρουν το ενδιαφέρον και μας προβληματίζουν για το πώς να συνεχίσουμε τις έρευνές μας στο μέλλον. Αρχικά, είναι απαραίτητη η μελέτη και η εκ νέου λεπτομερής και ενδελεχής καταλογογράφηση των χειρογράφων και σπαραγμάτων με εκφωνητική σημειογραφία στον Άθωνα· πράξη η οποία έχει ήδη ξεκινήσει από τον υποφαινόμενο με την επίβλεψη του προλαλήσαντος, καθηγητού κ. Ιω. Λιάκου, πριν από μερικούς μήνες με την, έως τώρα, συνεργασία με τις Ιερές Μονές Παντοκράτορος, Ξενοφώντος και Σίμωνος Πέτρας. Τα αποτελέσματα της εργασίας αυτής, σε δεύτερη φάση, μπορούν να αξιοποιηθούν στον τομέα της συγκριτικής μελέτης εκφωνητικών και νευματικών σημειογραφιών του Μεσαίωνα, αποδεικνύοντας την σημαντικότητα και της βυζαντινής εκφωνητικής σημειογραφίας αλλά δίνοντας και μια άλλη διάσταση στην αποκωδικοποίησή της. Συν τοις άλλοις, μελέτες με διεπιστημονικό χαρακτήρα θεωρώ πως είναι αναγκαίες στο πεδίο της έρευνας, αφού αυτές ανατροφοδοτούν το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας με τα νέα ευρήματα και συμπεράσματα.

Ευχαριστώ για την προσοχή!

-- ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΔΕ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΑΝ ΛΟΓΩ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ --

*Θα δημοσιευτούν στο τόμο πρακτικών του Εργαστηρίου.









[1] Τσάγγαλη Κ. Χρήστου, Τέχνη ραψωδική - Η απαγγελίας της επικής ποίησης, Θεσσαλονίκη 2018, σσ. 17 - 166.

[2] Σέφκα Άγγελου, Η Εκφωνητική Τέχνη και Σημειογραφία στην Ψαλτική (9ος - 14ος αι. & 19ος - 21ος αι.), Διπλωματική Εργασία, Θεσσαλονίκη 2019, σ. 23 - 24.

[3] Χατζηχρόνογλου Γεωργίου, «Εμμελής απαγελία», 1st International Conference, Athens, September 10th - 15th 2007, (https://www.asbmh.pitt.edu/page9/page10/page11/page11.html - Ημερομηνία Προσπέλασης 5 / 12 / 2023), σ. 224.

[4] PG 27, 12-45

[5] Στάθη Θ. Γρηγορίου, «Η ιστορία και παρουσίαση της εκφωνητικής σημειογραφίας», Συμβολή στη μνήμη Γεωργίου Στ. Αμαριανάκη (1936 - 2003), Αθήνα 2013, σσ. 331 - 334 & 340 - 341.

[6] Το αυτόθι.

[7] Στεφάνου Βυζαντίου, «Σχόλια Στεφάνου εις την Ρητορικήν Αριστοτέλους»,
Anecdota Graeca e codd. manuscriptis BRP, Vol. 1, MCCCXXXIX (1839), σ. 301.

[8] Mateos Juan, Le Typicon de la Grande Eglise, Orientalia Cristiana Analecta 165, Tome 1, Roma 1962, pp. 94 - 96.

[9] Αλεξάνδρου Μαρίας, Παλαιογραφία Βυζαντινής Μουσικής, Αθήνα - Ψηφιακό Αποθετήριο Κάλλιππος 2017, σ. 180.

[10] Martani Sandra, «The Theory and Practice of Ekphonetic Notation: the Manuscript Sinait. gr 213», Plainsong and Mediaeval Music, Vol. 12, No. 1, 2003, p. 24

[11] Engberg Sysse Gudrun, «Greek Ekphnetic Neumes and Masoretic Accents», SEC, Vol. 1, London 1966, p. 39.

[12] Ηøeg Carsten, La Notation Ekphonétique, Copenhague 1935, pp. 46 - 54.

[13] Floros Constantin, The Origins of Western Notation - Reviced and Translated by Neil Moran, with a report on “the reception of the Universale neumenkunde, 1970 –2010”, pp. 240 - 243 & Andriadze Manana, “Chanting in the Context of Georgian Christian Culture”, Musicology Today: Journal of the National University of Music Bucharest, Vol. 20, Bucharest 2014, p. 190.

[14] Φλώρου Κωνσταντίνου (Μτφρ. Κων. Κακαβελάκης), Η ελληνική παράδοση στις μουσικές γραφές του Μεσαίωνα, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 114.

[15] Lambros Spyridon P., Catalogue of the Greek Manuscripts on Mount Athos, Vol. I & II, Cambrige 1895.

Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2023

Εισήγηση στο Τριήμερο Διαδικτυακό Διεθνές Μουσικολογικό Συνέδριο: "Ἡ Μουσική βοᾷ τῇ Οἰκουμένῃ" (3-5 Νοεμβρίου 2023)

Η Εμμελής Απαγγελία
στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό 

μέσα από ηχογραφήσεις του 20ού αιώνα

 

Σεβαστοί πατέρες, αξιότιμοι σύνεδροι, εκλεκτή φιλόμουσος ομήγυρις,

δεν είναι καθόλου εύκολο να προσεγγίσει κάποιος με ακρίβεια τον όρο «τέχνη». Μπορεί όμως με σχεδόν απόλυτη βεβαιότητα να υποστηρίξει πως υποδηλώνει τη δημιουργία, την αδιάκοπη κίνηση, την διαρκή εξέλιξη. Ο λόγος και το μέλος αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της Τέχνης και ως εκ τούτου υπόκεινται σε αυτή την πορεία αλλαγής: αλλαγής, μα όχι και αλλοτρίωσης. Και κάπου εδώ, οφείλω στον καθένα από εσάς να κάνω κάπως πιο σαφή την σκέψη μου, καθώς όπως θα έγραφε και ο Ευρίπιδης «σοφὸν τοι τὸ σαφές»[1].

Μία από τις τέχνες που συνδυάζουν απόλυτα τον λόγο και το μέλος είναι αυτή της Απαγγελίας. Η γέννηση αυτής της τέχνης ταυτίζεται με την γέννηση της ελληνικής  λογοτεχνίας, αφού οι πρώτοι που την αξιοποίησαν υπήρξαν οι αοιδοί και οι ραψωδοί απαγγέλοντας είτε τα ομηρικά είτε άλλα επικά ποιήματα. Ομοιοτρόπως τους επόμενους αιώνες συνέβη και με τις θεατρικές απαγγελίες, τις δημόσιες αγορεύσεις ή τα δημώδη άσματα, τις παρα(κατα)λογές. Ο καθηγητής Χρ. Τσάγγαλης μέσα από τις έρευνές του καταλήγει στο ότι ο ήχος αυτός έπρεπε να είναι «δυνατός, ρωμαλέος, υψηλής τονικότητας, μακρόσυρτος, εκτεταμένος, καθαρός, ευφωνικός, συνεχής, διαρκής, εκφερόμενος με ένταση, δίχως αναπνοή»[2]. Τα χαρακτηριστικά αυτά ήταν εμφανή όχι μόνο σε εκείνη την εποχή αλλά ακόμα και στις μέρες μας χάρη σε μία τέχνη που μοιάζει συνεχής εδώ και εκατοντάδες χρόνια, την Τέχνη της Εμμελούς Ανάγνωσης των Αγιογραφικών και των άλλων Λειτουργικών Κειμένων στη λατρευτική ζωή της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας.

Κατά την περίοδο του μεσαίωνα (8ος - 14ος αι.) ήταν έντονη η χρήση εκφωνητικών σημαδίων, που εισήχθη νωρίτερα από τους πατέρες της Εκκλησίας, όπως τον Μέγα Αθανάσιο και τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, με σκοπό τον ορθό τρόπο απαγγελίας[3], βασισμένη κατά κανόνα στα ελληνορωμαϊκά και εβραϊκά πιθανότατα πρότυπα. Τα ερυθρόμορφα σημάδια διατάσσονταν σε ζεύγη που παρουσιάζονται σε λεξιονάρια (δηλ. ευαγγελιστάρια, πραξαποστόλους, προφητολόγια)[4]. Ωστόσο, μια σειρά από γεγονότα όπως η έλευση των Οθωμανών, η εφεύρεση της τυπογραφίας αλλά και η εν γένει πνευματική κρίση μπροστά στην ανάγκη της επιβίωσης έφεραν τον εκτοπισμό τους από τα λειτουργικά βιβλία. Ωστόσο, η Τέχνη της Απαγγελίας έμοιαζε αρκετά σταθερή και βέβαιη, συμπαγής και ανεπηρέαστη, κάτι που δήλωνε πως δεν ήταν απαραίτητη η ανάγκη της καταγραφής της[5]. Άποψη που διετύπωσε ο «πρό μικροῦ μεθ’ ἡμῶν» Μάρκος Δραγούμης (αλλά συμμερίζεται και ο κ. Πρόεδρος, σ.σ. Ιω. Αρβανίτης). Από τότε, τα πρώτα δείγματα για την μελισματική ταυτότητα αυτής της τέχνης φαίνεται πως καταγράφηκαν από τον Γρηγόριο Πρωτοψάλτη, και μάλιστα στη Νέα Μέθοδο, χωρίς όμως να υπάρχει σαφής εικόνα του περιεχομένου. Μοναδικά αλλά πολύ σημαντικά είναι τα στοιχεία που δίνει για αυτήν την καταγραφή ο Κυριακός Φιλοξένης[6], ο οποίος δηλώνει πως σώζεται μέχρι εκείνη την εποχή που γράφει (1868), σημειώνοντας τα εξής:

«ἀναγιγνώσκεται μελῳδικῶς ἐν ταῖς [...] Ἐκκλησίαις, εἰς ἦχον Δ΄, κατὰ τὴν ἐναρμόνιον ἔξω φθορὰν τοῦ Δι τοῦ Δ΄ ἤχου ἥτις [...] ἀπό τοὺς Ἐκκλησιαστικούς τῶν Βυζαντινῶν καλεῖται «ἡμίφθορον». Τὸ μέλος τοῦ Ἀποστόλου (ὡς καὶ τοῦ Εὐαγγελίου) εἶναι μέλος γνήσιον, ἀρχαῖον και πρωτότυπον».

 Όλα τα παραπάνω φυσικά είναι εξαιρετικά, μα όχι και απτά. Γι’ αυτό η περίπτωση ενός ρουμανικού χειρογράφου των μέσων του 19ου αι. (αποστολικό ανάγνωσμα), από τον Άντον Πανν, μουσικός «εγγονός» του Γρηγορίου Πρωτοψάλτου μέσω του Πέτρου - Μανουήλ Εφεσίου[7], αλλά και η περίπτωση εκείνη του Γεωργίου Ραιδεστηνού Β΄ (ευαγγελικό ανάγνωσμα)[8] αποτελούν την πιο ουσιαστική επαφή μας με την πανάρχαια τέχνη, καθώς είναι και αυτές που εμπεριέχουν μουσικές πληροφορίες, τις οποίες έχουμε τη δυνατότητα να καταλάβουμε, να επεξεργαστούμε και, φυσικά, να απαγγείλουμε. Πιο συγκεκριμένα, αμφότερα τα δύο απαγγελτικά μνημεία παρουσιάζουν μια σειρά από ομοιότητες, όπως η χρήση της χρόας του κλιτού στον άνω Νη, που υποδηλώνει και την υψηλή τονικότητα, όπως και η πορεία της κατάληξης με ένα «βύθισμα» ορισμένων τονικών βαθμίδων, υπέρβαση της βάσης εκφώνησης και επαναφορά σε αυτήν. Αξιοσημείωτη θα πρέπει όμως να είναι και η οδηγία του ρουμανικού χειρογράφου[9], που υπογραμμίζει πως στα ευαγγελικά αναγνώσματα το μελικό μέρος είναι περισσότερο επίμηκες, κάτι που επαληθεύει η καταγραφή του Ραιδεστηνού. Η μοναδική διαφορά, η οποία ωστόσο δεν σημαίνει αυτόματα και την ερμηνευτική απόσταση των δύο περιπτώσεων, είναι η ανάγκη του Γεωργίου Ραιδεστηνού να καταγράψει αναλυτικά - λεπτομερώς το μέλος, αξιοποιώντας πλήρως όλες τις δυνατότητες της Νέας Μεθόδου.

Οι τρεις αυτές περιπτώσεις του Γρηγορίου Πρωτοψάλτου, του έμμεσα συνδεόμενου μαζί του Άντον Πανν και του Γεωργίου Ραιδεστηνού αδιαμφισβήτητα συνδέονται ερμηνευτικά και μουσικολογικά, αποδεικνύοντας πως υπηρετούν τη λειτουργική, άρα και ψαλτική, παράδοση του Πατριαρχικού Ναού, καθώς η προφορικότητα αποτελεί ένα εργαλείο στη διάθεση της διαχρονικότητας. Αυτό ακριβώς επιβεβαιώνουν όλα εκείνα τα ηχητικά τεκμήρια του 20ού αι., από τον μακρινό για εμάς Ιάκωβο Ναυπλιώτη μέχρι και τους αρκετά κοντινούς μας, όπως τον τιμώμενο Οικουμενικό μας Πατριάρχη, κ.κ. Βαρθολομαίο.

Οι πρώτες ηχογραφήσεις που σώζονται είναι εκείνες του Πρωτοψάλτου Ιακώβου Ναυπλιώτου από την Orfeon Records μεταξύ των ετών 1912 - 1915 και επιβεβαιώνουν τα στοιχεία των τριών καταγραφών του 19ου αι. Ο Ναυπλιώτης επιλέγει να απαγγείλει εμμελώς δύο αναγνώσματα, ένα αποστολικό[10] και ένα ευαγγελικό[11]. Ο τρόπος εκφώνησης είναι δωρικός μα καθ’ όλα αρχοντικός, με έμφαση στον λόγο, κάπως πιο μελωδικός στην περίπτωση της ευαγγελικής περικοπής, όπως προτείνει το ρουμανικό σημείωμα. Η βάση εκφώνησης είναι υψηλή, ο άνω Νη, δεχόμενη τη χρόα του κλιτού, με το μέλος να κινείται σε μια σχετικά μικρή απόσταση συχνοτήτων, ένα πεντάχορδο κατά βάση, χωρίς ιδιαίτερα ποικίλματα, χρήση άλλων κλιμάκων ή αλλαγή της βάσης εκφώνησης. Η αναλυτική καταγραφή του αειμνήστου Αντ. Αλυγιζάκη[12] αποτελεί εξαιρετική περίπτωση μελέτης της ηχογράφησης, καθώς με επιτυχία αποτυπώνει όλα αυτά τα στοιχεία, φέρνοντάς την σε απόλυτη σχεδόν ταύτιση με την περίπτωση της καταγραφής του Άντον Πανν αλλά κυρίως του Γεωργίου Ραιδεστηνού, ο οποίος υπήρξε προκάτοχος και δάσκαλος του[13].

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν, ωστόσο, οι ηχογραφήσεις των επόμενων δεκαετιών, από ανθρώπους που συνδέθηκαν άμεσα ή έμμεσα με τον Ιάκωβο Ναυπλιώτη, αλλά κυρίως από ανθρώπους που δέχθηκαν να υπηρετήσουν την Μεγάλη Εκκλησία, ως ψάλτες, διάκονοι, ιερείς ή αρχιερείς. Μία σημαντική πηγή είναι οι ηχογραφήσεις που δημοσιεύθηκαν από τον Μανόλη Χατζηγιακουμή σε μία σειρά δεκαπέντε δίσκων και παρουσιάζουν την ψαλτική πραγματικότητα των ετών 1956 - 1966 από τον Πατριαρχικό Ναό και άλλους Ναούς της Κωνσταντινούπολης[14].

Στη σειρά αυτή των ηχογραφήσεων ξεχωρίζουν στο είδος της απαγγελίας οι φωνές του αοιδίμου Πατριάρχου Αθηναγόρου[15], των κυρών Παύλου Μενεβίσογλου Μητροπολίτου π. Αμασείας[16], Καλλινίκου Αλεξανδρίδου Μητροπολίτου Λύστρων[17], Ευαγγέλου Γαλάνη Μητροπολίτου Πέργης[18], του πρωτοπρεσβυτέρου π. Παναγιώτου Τσινάρα[19] - και εδώ αξίζει να πούμε πως ήταν άπαντες Χαλκίτες τῇ παιδείᾳ - και των αειμνήστων Θρασυβούλου Στανίτσα[20] και Νικολάου Δανιηλίδου, Πρωτοψάλτου και Λαμπαδαρίου αντίστοιχα[21]. «Καὶ τί ἔτι λέγω; ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος»[22] εφόσον προσπαθήσω να αναλύσω την κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Αλλά μάλλον κάτι τέτοιο, ίσως να είναι και περιττό, αφού η προφορική παράδοση της Ψαλτικής Τέχνης εντός της νοητής νηός του Πατριαρχικού Ναού φαίνεται να μην παρεκκλίνει. Ωστόσο, αξίζει να γίνει αναφορά στα κοινά γνωρίσματα των ηχητικών αποσπασμάτων.

Σχετικά με την τονική βάση εκφώνησης, όπως προτείνει και το ρουμανικό αρχείο, λαμβάνεται κατά τη δύναμη του καθενός. Έτσι κυριαρχούν οι μεσαίες τονικότητες (F#3, G3, A3) οι οποίες σπάνια εξελίσσονται σε πολύ υψηλές, μιας και οι καταλήξεις των μελών λειτουργούν ως βάση και για την εκφώνηση. Επιπλέον, για τις ευχές και τους ψαλμούς επιλέγονται χαμηλότερες τονικότητες κατά ένα πεντάχορδο, δίνοντας στον λόγο μια χειμαρρώδη χροιά με σχεδόν ανεπαίσθητη την ύπαρξη του μέλους, κάτι που παρουσιάζεται ομοιόμορφα και σταθερά στις ηχογραφήσεις του αοιδίμου Πατριάρχου Αθηναγόρου. Επιπλέον, θα πρέπει να σταθεί κανείς στην μουσική υφή των μελικών μοτίβων που συμπλέκονται, καθώς χαρακτηρίζονται από απλότητα, στιβαρότητα και σπανίως από εμμελέστερα ποικίλματα και στοιχεία, πάντα στη διατονική κλίμακα που δέχεται την επιρροή της χρόας του κλιτού. Ακόμα και όταν πρόκειται για εκφωνήσεις των αιτήσεων των πληρωτικών που εμπίπτουν σε συγκριμένες κλίμακες και ήχους η σταθερότητα αυτή δεν αλλάζει παρά μόνο στις καταλήξεις. Μάλιστα, στην περίπτωση των καταλήξεων, ειδικά στα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα, παρατηρείται κατά κόρον η «βύθιση» του μέλους κατά τρεις φωνές, έπειτα η υπέρβαση της βάσης εκφώνησης και τέλος η επιστροφή και η «ανάπαυση» σε αυτήν. Το μοναδικό στοιχείο που δεν συμφωνεί με τα προηγούμενα (δηλ. με τις περιπτώσεις του 19ου αι. και του Ιακ. Ναυπλιώτη) είναι η αλλαγή της βάσης εκφώνησης, κάτι που έντονα εφαρμόζουν οι αείμνηστοι π. Παναγιώτης Τσινάρας, μάλιστα εκ τρίτου στο ίδιο ανάγνωσμα, και ομοίως ο γλυκύφθογγος Θρασύβουλος Στανίτσας, που παρατηρείται όμως στην περίπτωση της ηχογράφησης που έγινε εκτός του Πατριαρχικού Ναού, στο Λατερανό.

Μία άλλη συλλογή ηχογραφήσεων αντίστοιχου ενδιαφέροντος είναι αυτή που προκύπτει από τη συλλογή δίσκων που επιμελήθηκε ο καθηγητής Γρηγόριος Στάθης. Η συγκεκριμένη σειρά ηχογραφήθηκε σε δώδεκα δίσκους με την έγκριση και ευλογία του αοιδίμου Οικουμενικού Πατριάρχου κυρού Δημητρίου, κατά τη διάρκεια των ακολουθιών της Μεγάλη Εβδομάδας (1981), του Δωδεκαημέρου (1982 - 1983) και της Μεγάλης Τεσσαρακοστής (1983), επί ημερών των αειμνήστων Βασιλείου Νικολαΐδου και Βασιλείου Εμμανουηλίδου, Πρωτοψάλτου και Λαμπαδαρίου αντίστοιχα.

Οι ηχητικές καταγραφές, για άλλη μια φορά, δεν αφήνουν χώρο για αμφισβήτηση, πως ο Πατριαρχικός Ναός ως τόπος λατρείας δεν αφήνει περιθώρια απόκλισης από μία σταθερά παραδοσιακή ψαλτική πορεία. Η Τέχνη της Εμμελούς Απαγγελίας φαίνεται πως θεραπεύεται όχι μόνο σε αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα - πράξη την οποία δεν τολμά ούτε ο ίδιος ο θεσμός του Πατριάρχου να παρακάμψει, ακόμα και στο ευμέγεθες «Ευαγγέλιο της Διαθήκης», το οποίο εκφωνεί μετά μέλους χωρίς τονικές αλλαγές λόγω κόπωσης ή επιλογής - αλλά και σε προφητείες, κοντάκια, ψαλμούς, ευχές, κανοναρχήματα…

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τους δίσκους «τῶν Σεπτῶν Παθῶν»[23], πέρα από το «Ευαγγέλιο της Διαθήκης», αποτελούν η ευχή της ευλόγησης των βαΐων, η έντεχνη εμμελής απόδοση του «Σήμερον κρεμμᾶται» στα αντίφωνα του όρθρου της Μεγάλης Παρασκευής, η ερμηνεία των κοντακίων και των συναξαρίων από τον τότε α΄ Δομέστιχο και μετέπειτα Λαμπαδάριο αείμνηστο Ιωάννη Χαριατίδη, αλλά και οι δωρικές, μα συνάμα μεγαλοπρεπείς εκφωνήσεις των Ευαγγελίων, και το απόγευμα της μεγάλης Πέμπτης και κατά τον Εσπερινό της Αγάπης, όπου διακρίνεται και η φωνή του νυν Οικουμενικού Πατριάρχου, κ.κ. Βαρθολομαίου, να απαγγέλει με περισσή άνεση, μάλιστα, στην ιταλική γλώσσα.

Αντίστοιχα, από τους δίσκους του Δωδεκαημέρου[24] ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τέταρτος κατά σειρά, από τον οποίο μπορεί κάποιος να εστιάσει στα αγιογραφικά αναγνώσματα των Μεγάλων Ωρών, δίνοντας έμφαση όχι μόνο στα μελικά μοτίβα που επιλέγει ο ηδύμολπος Βασίλειος Εμμανουηλίδης αλλά και στο πόσο αρμονικά εναλλάσσονται οι αποκρίσεις ψαλτών και ιερατείου σε διαστήματα πέμπτης. Ομοίως, αξίζει ευλαβικής προσοχής, υπό τύπον μαθητείας, η ακρόαση των αγιογραφικών αναγνωσμάτων και των ευχών της ακολουθίας του Μεγάλου Αγιασμού, με τον Πατριάρχη να απαγγέλει «μερικώς», εννοώντας σε μία σταθερή βάση τις ευχές, και να συστέλλεται στη μυστική ευχή όταν ο διάκονος προτρέπει όπως «τὰς κεφαλὰς τῷ Κυρίῳ κλίνωμεν».

Τέλος, στην ηχητική καταγραφή του Ακαθίστου Ύμνου[25], πέρα από τις υποδειγματικές ερμηνείες των μελών, θα μπορούσε κανείς να εντρυφήσει στην αρμονία εναλλαγής μέλους και απαγγελίας. Η κατάληξη του δίχορου αργού Κοντακίου («Τῇ ὑπερμάχῳ») στη βάση του πλαγίου του δ’ συναντάται με την απαγγελτική πράξη του Πατριάρχου κατά μια πέμπτη υψηλότερα, σε μία σχέση «νη» και «δι», στην οποία ο υψηλότερος φθόγγος δέχεται την επιρροή του κλιτού. Με την ολοκλήρωση της απαγγελίας του εκάστοτε Οίκου του Κοντακίου, ο Πρωτοψάλτης και ο Λαμπαδάριος επαναλαμβάνουν την επωδό σε ήχο πλάγιο του δ’, αξιοποιώντας ως βάση τον κατά μία πέμπτη χαμηλότερο τόνο από εκείνον της απαγγελίας.

Βέβαια, είναι αλήθεια πως η σύγχρονη εποχή, η εποχή της εξέλιξης και της τεχνολογίας, η εποχή του διαδικτύου, δίνει άπειρες δυνατότητες για μελέτη περισσότερων ηχογραφήσεων. Επέλεξα, ωστόσο, να μείνω σε αυτές που εκδόθηκαν επισήμως και φέρουν τόσο την υπογραφή της επίπονης εργασίας και ερευνητικής μελέτης δύο σπουδαίων προσωπικοτήτων, του Γρηγορίου Στάθη και του Μανόλη Χατζηγιακουμή, όσο και την πατριαρχική ευλογία.

Ανακεφαλαιωτικά, θα μπορούσε κανείς να σταθεί σε μερικά κύρια και καίρια σημεία που προκύπτουν από αυτές τις σειρές των ηχογραφήσεων. Εν πρώτοις, πρέπει να υπογραμμίσουμε τη διάθεση των λειτουργών, ιερατείου και ψαλτών, πως η χειμαρρώδης απαγγελία γενικώς αποφεύγεται, αλλά ακόμη και στις περιπτώσεις προφητειών, ψαλμών ή ευχών, επιλέγεται η λιτή απαγγελία σε έναν τόνο χαμηλό και ήπιο, ικανό να υπηρετήσει την εν γένει αρμονία των ακολουθιών. Επιπλέον, προτιμάται στις αποστολικές και ευαγγελικές περικοπές η υψηλότερη τονικότητα και οι αποκρίσεις κατά μία πέμπτη χαμηλότερα, ενώ σπάνια, εφόσον το επιτρέπουν οι μουσικές γνώσεις και η καλλιφωνία, γίνεται τονική αλλαγή της βάσης και τα ποικίλματα. Επιπρόσθετα, η εκφώνηση εδράζεται επί της διατονικής κλίμακος του πλαγίου του δ’ που φθείρεται από τη χρόα του κλιτού. Συν τοις άλλοις, η Τέχνης της Εκφώνησης φαίνεται πως δεν επηρεάζεται από τη γλώσσα εκφοράς, με μοναδική προϋπόθεση τη γνώση της γλώσσας, καθώς ο λόγος είναι η κινητήριος δύναμη που ζωογονεί την συγκεκριμένη τέχνη και στόχος αυτής είναι η ανάδειξή του.

Η Απαγγελτική Τέχνη, αλλά και η εν γένει Ψαλτική παράδοση, στον χώρο του Πάνσεπτου Πατριαρχικού Ναού φαίνεται πως όχι απλά διασώζεται, αλλά και προφυλάσσεται από νεωτερισμούς και καινοφανείς ενέργειες, που υπόκεινται στην ιδιοτελή συμπεριφορά των λειτουργών. Είναι ο τόπος όπου η Τέχνη δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το σημείο στο οποίο εθελουσίως υποτάσσεται το «εγώ» του ψάλτη και αναδύεται η πιο αυθεντική «ίσως» ασματική λειτουργική παράδοση, όπως εύστοχα υπογραμμίζει ο Μ. Χατζηγιακουμής. Εργαλείο της παράδοσης αυτής αποτελεί η προφορικότητα, που μεταδίδει την χαρακτηριστική εκφορά και το τοπικό ύφος με τις μουσικές του ιδιομορφίες, όχι μόνο ἐν τῷ ψάλλειν αλλά και ἐν τῷ ἀπαγγέλειν. Σε αυτό ακριβώς το περιβάλλον της ανόθευτης ψαλτικής, άρα και απαγγελτικής, παράδοσης, ανδρώθηκε εκκλησιαστικά ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, συνεχίζοντας όχι μόνο ως έμπειρος οιακοστρόφος τη διαποίμανση της Ορθροδόξου Εκκλησίας αλλά και ως θεματοφύλακας της λατρευτικής ζωής του Φαναρίου, όπως αποδεικνύουν και τα ηχητικά ντοκουμέντα.

Ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας!



[1] Ευριπίδου, Ὀρέστης, στ. 397

[2] Τσάγγαλη Κ. Χρήστου, Τέχνη ραψωδική - Η απαγγελίας της επικής ποίησης, Θεσσαλονίκη 2018, σ. 166.

[3] Στάθη Θ. Γρηγορίου, «Η ιστορία και παρουσίαση της εκφωνητικής σημειογραφίας», Συμβολή στη μνήμη Γεωργίου Στ. Αμαριανάκη (1936 - 2003), Αθήνα 2013, σσ. 340 - 341.

[4] Αλεξάνδρου Μαρίας, Παλαιογραφία Βυζαντινής Μουσικής, Αθήνα - Ψηφιακό Αποθετήριο Κάλλιππος 2017, σ. 180.

[5] Αντωνίου Μάριου, Το εκφωνητικό άσμα στη σύγχρονη λειτουργική πράξη της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, Πτυχιακή Εργασία, Ιόνιο Πανεπιστήμιο 2002, σ. 27.

[6] Φιλοξένους Κυριακού, Λεξικόν τῆς Μουσικῆς, Κωνσταντινούπολις 1868, σ. 23.

[7] Pann Anton, Irmologiŭ Catavacier, Boukouresti 1854, pp. 253 - 254 & Γιαννοπούλου Εμμανουήλ, Πέτρου Μανουήλ Εφεσίου, Πολυέλεοι και Εκλογές - Αναστάσιμα Εωθινά Δοξαστικά, Θεσσαλονίκη 2019, σ. μη΄ - μθ΄.

[8] Συλλόγου Ἱεροψαλτῶν Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀλεξανδρουπόλεως, Γεωργίου Ῥαιδεστηνοῦ Θεία Λειτουργία, Ἀλεξανδρούπολη 2019, σσ. 32 - 36.

[10] https://www.youtube.com/watch?v=SKDTmIV78QE (Ημερ. Προσπέλασης: 29/5/2023)

[11] https://www.youtube.com/watch?v=ela2DAGI4GQ (Ημερ. Προσπέλασης: 29/5/2023)

[12] Αλυγιζάκη Ε. Αντωνίου, «Η εκφωνητική ψαλτική πράξη· τα ‘’χύμα’’ και τα ‘’εκφώνως’’ αναγνώσματα», Πρακτικά Α᾿ Συνεδρίου Ψαλτικής Τέχνης, Αθήνα, 3 - 5 Νοεμβρίου 2000 (Αθήνα 2001), σ. 110 & Σέφκα Άγγελου, Η Εκφωνητική Τέχνη και Σημειογραφία (9ος  - 14ος αι. & 19ος - 21ος αι.), Διπλωματική Εργασία, Θεσσαλονίκη 2019, σσ. 60 - 101.

[13] Δεβρελῆ Κ. Ἀστερἰου, Πηδάλιον Βυζαντινῆς Μουσικῆς - Μορφές, Θεσσαλονίκη 2014, σ. 8. (Οι πληροφορίες στις οποίες αναφέρεται ο Αστ. Δεβρελής είναι μαρτυρίες του Κωνσταντινουπολίτη Δασκάλου του, Αθ. Παναγιωτίδη, ο οποίος υπήρξε Α΄ Κανονάρχης του Πατριαρχικού Ναού παρά τον Ιάκωβο Ναυπλιώτη από το 1917 έως το 1928, όταν και εγκατέλειψε την Κωνσταντινούπολη, αρχικώς για τη Δράμα και εν συνεχεία για τη Θεσσαλονίκη).

[14] Αρχείον Εκκλησιαστικής Μουσικής, Πατριαρχικά Μουσικά Αρχεία - Ζωντανές Ηχογραφήσεις στον Πατριαρχικό Ναό και σε άλλους Ναούς της Κωνσταντινούπολης (1956 - 1966), Γενική επιμέλεια ήχου, κειμένων, έκδοσης: Μανόλης Κ. Χατζηγιακουμής, Αθήνα 2018.

[15] Το αυτόθι, Δίσκος 3 (Απόσπασμα 3, 6, 10, 12), Δίσκος 4 (Αποσπάσματα 5, 10), Δίσκος 7 (Αποσπάσματα 3, 4, 9, 11) & Δίσκος 11 (Απόσπασμα 2)

[16] Το αυτόθι, Δίσκος 2, Απόσπασμα 10

[17] Το αυτόθι, Δίσκος 3 (Απόσπασμα 6) & Δίσκος 7 (Απόσπασμα 6, 7, 9)

[18] Το αυτόθι, Δίσκος 4 (Απόσπασμα 5, 10) & Δίσκος 8 (Απόσπασμα 5)

[19] Το αυτόθι, Δίσκος 10 (Απόσπασμα 4)

[20] Το αυτόθι, Δίσκος 11 (Απόσπασμα 9)

[21] Το αυτόθι, Δίσκος 4 (Απόσπασμα 11)

[22] Προς Εβραίους, ια΄, 32

[23] Ἑλληνικό Κέντρο Πολιτισμοῦ Λονδίνου, Τὰ Πάθη τὰ Σεπτὰ - Ἡ Ψαλτικὴ Παράδοση τῆς Μ. Ἑβδομάδος καὶ τοῦ Πάσχα εἰς τὸν Πάνσεπτο Πατριαρχικὸ Ναὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, Ἐκδοση Β΄, 1982.

[24] Ἑλληνικό Κέντρο Πολιτισμοῦ Λονδίνου, Χριστούγεννα - Θεοφάνεια - Ἡ Ψαλτικὴ Παράδοση τῆς Μ. Ἑβδομάδος καὶ τοῦ Πάσχα εἰς τὸν Πάνσεπτο Πατριαρχικὸ Ναὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, Ἐκδοση Α΄, 1984.

[25] Ἑλληνικό Κέντρο Πολιτισμοῦ Λονδίνου, Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος καὶ ἡ Σταυροπροσκύνηση - Ἡ Γ’ Στάση τῶν Χαιρετισμῶν στὴν Παναγία τῶν Βλαχερνῶν καὶ ἡ Σταυροπροσκύνηση τὸν Πάνσεπτο Πατριαρχικὸ Ναὸ στὴν Κωνσταντινούπολη, 1984