Η Τέχνη της Εκφώνησης από τον 19ο στον 20ο αι.
Τα παραδείγματα των Πρωτοψαλτών,
Γεωργίου του Ραιδεστηνού Β΄ και Ιακώβου του Ναυπλιώτου.
Σεβαστοί πατέρες, αξιότιμοι σύνεδροι,
εκλεκτή φιλόμουσος ομήγυρις,
μπορεί η σημερινή εισήγηση να επικεντρώνεται
σε μερικές μόνο δεκαετίες λίγο πριν ή λίγο μετά το 1900, αλλά η εκφώνηση
αποτελεί μια τέχνη της οποίας τα ίχνη χάνονται στο βάθος των αιώνων. Περιδιαβαίνοντας,
λοιπόν, την ιστορία και ξεσκονίζοντας τα κατάλοιπά της η αρχή της απαγγελτικής τέχνης
εντοπίζεται στα χρόνια των αοιδών και των ραψωδών που εκφωνούσαν τα μακροσκελή
ποιήματα τους στις αυλές των αρχαϊκών μεγάρων, από τον 9ο αι. π.Χ.,
τότε που βρίσκουμε τις πρώτες μαρτυρίες της ελληνικής γλώσσας μετά τους
σκοτεινούς αιώνες της απουσίας της[1].
Η ίδια τέχνη αφού πέρασε στα θέατρα και τις αγορές των Ελλήνων και των Ρωμαίων
στην αυγή της 1ης μεταχριστιανικής χιλιετίας συνάντησε την
αντίστοιχη Εβραϊκή, η οποία χρησιμοποιήθηκε στην λατρεία των Εβραίων αλλά και
των Πρωτοχριαστιανών για την απαγγελία των ψαλμών.
Η συνύπαρξη των δύο παραδόσεων
της εκφωνητικής τέχνης, δηλαδή της ελληνορωμαϊκής και της εβραϊκής, έδωσε ένα
ξεχωριστό αποτέλεσμα που για αιώνες τώρα χαρακτηρίζει την απόδοση των
αγιογραφικών αλλά και των άλλων λειτουργικών κειμένων στη λατρεία. Μεγάλοι
Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Μέγας Αθανάσιος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος,
έδωσαν ιδιαίτερο βάρος στην ορθή εμμελή απόδοση των κειμένων, σημειώνοντας τα
πρώτα σημάδια μεταξύ των διαστίχων που έδιναν τη δυνατότητα σωστού επιτονισμού
των λέξεων[2]
- ίσως για όσους δεν είχαν ελληνική παιδεία. Σε αυτό είχε συμβάλλει η προ
μερικών αιώνων επικράτηση της μικρογράμματης γραφής και των προσωδιακών
σημαδιών, που αν μη τι άλλο, όπως εύστοχα τονίζει ο Γρ. Στάθης[3],
αποτελούν τη μουσική σημειογραφία της γλώσσας. Ο Στέφανος ο Βυζάντιος σχολιάζει
στη «Ῥητορική τοῦ Ἀριστοτέλους» ότι «διὰ τοῦτο καὶ οἱ τὰ ἅγια εὐαγγέλια
μανθάνοντες, μυοῦνται πρῶτον τοὺς τόνους»[4].
Ωστόσο, για πρώτη φορά ένα
σχετικά οργανωμένο σύστημα εκφωνητικής σημειογραφίας εμφανίζεται στα χειρόγραφα
του 8ου αι., το οποίο με την πάροδο του χρόνου σταθεροποιείται,
ακμάζει και από τον 13ο - 14ο αι. πέφτει σε παρακμή και
αχρησία[5].
Στην φάση της πλήρους ακμής παρουσιάζονται πολλά σημάδια που μοιάζουν σε σχήμα
και όνομα με τα προσωδιακά σημάδια της ελληνικής γλώσσας αλλά και με εκείνα της
ψαλτικής σημειογραφίας. Μεταξύ άλλων είναι ευδιάκριτα, με κόκκινο χρώμα, διατεταγμένα
σε ζεύγη στην αρχή ή το τέλος κάθε μουσικορητορικής ενότητας η τελεία, η οξεία,
η βαρεία, η απόστροφος και η συρματική που ομοιάζει στην περισπωμένη. Εδώ, όπως
παρατηρείτε είναι εμφανής η ομοιότητα και με τα στοιχεία της γλώσσας αλλά και
της ψαλτικής σημειογραφίας, παλαιάς τε και νέας. Ο συγκεκριμένος τύπος
σημειογραφίας αποτελεί κατά κάποιον τρόπο τη «μήτρα», για τις επόμενες μουσικές
σημειογραφίες του μεσαίωνα σε ανατολή και δύση, όπως την περιγράφει εύστοχα ο
μεγάλος μουσικολόγος Κ. Φλώρος [6].
Αυτός είναι και ο λόγος που
ορισμένα από αυτά τα σημάδια εντοπίζονται και στη Νέα Μέθοδο, η οποία
καθιερώθηκε από το 1814 - 1815, κατά την πατριαρχία του αγίου Κυρίλλου του Στ΄.
Το νέο μουσικό σύστημα γραφής, που είναι και το ισχύον, έδωσε άλλη προοπτική
στην καταγραφή των μελών. Και όπως σημειώνει ο Γρ. Στάθης, «τὸ καίριο καὶ κύριο
καὶ μέγιστο κατόρθωμα τῆς μεταρρύθμισης τῶν Τριῶν Διδασκάλων» ήταν η καταγραφή
του μέλους «ολογράφως»[7].
Αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό προσπάθησε να εκμεταλλευτεί ο ένας από τους διδασκάλους,
ο Γρηγόριος Πρωτοψάλτης, όταν κατέγραψε για πρώτη φορά το μέλος των
αναγνωσμάτων. Το περίφημο - γνωστό μόνο από τις διάφορες πηγές - χειρόγραφο του
Γρηγορίου με τις καταγραφές ενός αποστολικού και ενός ευαγγελικού αναγνώσματος,
που μνημονεύεται από πολλούς ως το παλαιότερο δείγμα[8],
δεν έχει βρεθεί. Σύμφωνα με τον Κ. Φιλοξένη, το αποστολικό ανάγνωσμα σε «μέλος
γνήσιον, ἀρχαῖον καὶ πρωτότυπον» είναι περικοπή από την προς Εβραίους Επιστολή
του Αποστόλου Παύλου, που αναγιγνώσκεται κατά την εορτή του Ευαγγελισμού («Ἀδελφοί,
ὅ ἁγιάζων καὶ οἱ ἁγιαζόμενοι ἐξ ἑνὸς πάντες»). Το δε ευαγγελικό ανάγνωσμα είναι
περικοπή του κατά Λουκάν Ευαγγελίου, η οποία αναγιγνώσκεται στις θεομητορικές
εορτές («Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς κώμην τινά»).
Το αμέσως επόμενο σε παλαιότητα
τεκμήριο, το οποίο μάς έγινε γνωστό από τις έρευνες του καθηγητή κ. Εμμ.
Γιαννόπουλου, είναι μια καταγραφή σε ένα έντυπο ρουμανικό «Ειρμολόγιο», που
εκδόθηκε από τον Άντον Παν στο Βουκουρέστι το 1854[9].
Πρόκειται για μια αποστολική και μία
ευαγγελική περικοπή, η οποία - όχι τυχαία - είναι η ίδια με αυτή του κατέγραψε
ο Γρηγόριος στο περίφημο χειρόγραφό του. Η αποστολική περικοπή είναι απόσπασμα της
προς Κολασσαείς Επιστολής του Αποστόλου Παύλου, η οποία αναγιγνώσκεται κατά την
Λ’ Κυριακή. (Κατά το ελληνικό κείμενο: «Ἀδελφοί, ἐνδύσασθε, ὡς ἐκλεκτοὶ τοῦ Θεοῦ
ἅγιοι καὶ ἠγαπημένοι»).
Η σημαντικότητα της καταγραφής
κρύβεται όχι μόνο στο γεγονός πως φαίνεται να είναι η παλαιότερη καταγραφή
εκφωνητικής τέχνης αλλά και στο πως ο Πέτρος Μανουήλ ο Εφέσιος, που είχε
μαθητεύσει κοντά στον Γεώργιο από την Κρήτη αλλά και στους τρεις Διδασκάλους
της Νέας Μεθόδου, σχετίζεται με αυτήν την περίπτωση. Κάποια στιγμή, ο Πέτρος μετέβη
στη Ρουμανία για να μεταδώσει τις γνώσεις του γύρω από τη Νέα Μέθοδο και
ανέπτυξε εξαιρετικά μεγάλη διδακτική δράση. Ένας από τους διακριθέντες μαθητές
του υπήρξε ο Άντον Παν, που ασχολήθηκε με την μεταφορά και την επεξεργασία
μελών από την ελληνική στην ρουμανική. Ο Παν, όντας μουσικός «εγγονός» του
Γρηγορίου Πρωτοψάλτου, είναι πολύ πιθανόν να κατέγραψε την συγκεκριμένη
περικοπή βάσει των ακουσμάτων του από τον Εφέσιο, ο οποίος διδάχθηκε και από
τον Γρηγόριο. Με μία δόση τόλμης, θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχει μια
διάδοχη κατάσταση ακουσμάτων.
Στη συγκεκριμένη διαφάνεια
βλέπετε ένα απόσπασμα της καταγεγραμμένης περικοπής και ένα προλογικό σημείωμα
οδηγιών το οποίο αναφέρει τα εξής: «Κάποιος πρέπει να γνωρίζει ότι δεν γίνονται
επιμηκύνσεις όπως στο Ευαγγέλιο, αλλά συντομεύσεις - καταλήξεις από κόμμα σε
κόμμα μόνο για μια αναπνοή, και μόνο στο τέλος κάνουμε τελική κατάληξη, όπως
ακολούθως στο συγκεκριμένο, όπου παίρνει κάποιος το ίσο κατά τη δύναμή του»[10].
Μεταξύ άλλων παρατηρούμε ότι ορίζεται ως τονική βάση ο φθόγγος άνω Νη με τη
χρόα του κλιτού και καταγράφεται η απόκριση του ιερέως μία οκτάβα χαμηλότερα.
Επίσης, στην κατάληξη (η οποία δε φαίνεται εδώ) η μελωδία αρχικά κινείται
καθοδικά και αφού υπερβεί τη βάση εκφώνησης επανέρχεται για να αναπαυθεί σε
αυτήν. Εδώ, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η κατάληξη του αναγνώσματος είναι σαφώς
πιο μελωδική και εκτεταμένη σε σχέση με το υπόλοιπο ανάγνωσμα, όπως άλλωστε
προτρέπουν οι οδηγίες.
Το αμέσως επόμενο τεκμήριο
καταγραφής της εκφωνητικής τέχνης και πρώτο μάλιστα στην ελληνική γλώσσα είναι
εκείνο του Γεωργίου Ευστρατιάδη, ο οποίος είναι περισσότερο γνωστός στον
ψαλτικό κόσμο, ως Γεώργιος Ραιδεστηνός ο Β΄[11].
Ο Γεώργιος γεννήθηκε στην Ραιδεστό της Ανατολικής Θράκης στα 1833[12].
Αν και οι μουσικές του σπουδές ξεκίνησαν στον τόπο γεννήσεώς του, σύντομα
βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη για να μαθητεύσει παρά τους πόδας του
Κωνσταντίνου του Βυζαντίου, που ήδη από το 1821 ήταν Πρωτοψάλτης[13].
Μάλιστα, ο Κωνσταντίνος ήταν γνώστης της Παλαιάς Μεθόδου και εντρύφησε και ο
Γεώργιος σε αυτή κάτι που γίνεται αντιληπτό από τις εξηγήσεις του[14].
Στα 1863, μόλις τριάντα ετών ανέλαβε τη θέση του Λαμπαδαρίου και μετά από
περίπου μια δεκαετία, το 1871, επωμίστηκε την Πρωτοψαλτία του Οικουμενικού
Πατριαρχείου για τέσσερα χρόνια[15].
Παράλληλα η δράση του ήταν καθοριστική, διότι πέρα από τη διδασκαλία της
Ψαλτικής ασχολήθηκε με την καταγραφή και τη συγγραφή μελών, ενώ συνέγραψε και
θεωρητικές εργασίες. Η «Μεγάλη Εβδομάς»[16]
και το «Πεντηκοστάριόν»[17]
του είναι σαφώς τα διασημότερα όλων. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, χάρη στη
δράση του «Συλλόγου Ιεροψαλτών Αλεξανδρουπόλεως» έγιναν γνωστά και πολλά
χειρόγραφα έργα του, όπως το «Τριώδιον»[18],
η «Θεία Λειτουργία»[19],
το «Θεωρητικόν»[20]
και εσχάτως ο «Όρθρος».
Στη «Θεία Λειτουργία», λοιπόν,
υπάρχει καταγεγραμμένη η ευαγγελική περικοπή της παραβολής του άφρονος πλουσίου
(Λουκά ιβ΄, 16 - 21)[21].
Με μια πρώτη ματιά, ο Ραιδεστηνός φαίνεται πως αξιοποίησε πλήρως τις
δυνατότητες της Νέας Μεθόδου για να αποδώσει στο μέγιστο την εμμελή απαγγελία
του αγιογραφικού αποσπάσματος. * Συγκεκριμένα, όπως και στην καταγραφή του
Άντον Παν, επιλέγεται ως βάση εκφώνησης ο άνω Νη με τη χρόα του κλιτού ενώ
παράλληλα το μέλος της απαγγελίας είναι πιο εκτεταμένο, όπως προτρέπουν και οι
οδηγίες στη ρουμανική καταγραφή. Σχετικά με τη φθορά του κλιτού στον άνω Νη ο
Ραιδεστηνός γράφει στο θεωρητικό του συγγραμμα πως: «Αὔτη δὲ ἡ φθορὰ (δηλ. το
κλιτόν) […] εἶναι καθιερωμένη εἰς τὸν φθόγγον Νη […] ὁδεύουσα δὲ ἐπὶ τὸ βαρύ,
θέλει πρῶτον τεταρτημόριον, δεύτερον μείζονα, τρίτον πάλιν μείζονα, καὶ
τέταρτον καὶ τελευταῖον μείζονα»[22].
Μάλιστα δεν διστάζει να στηλιτεύσει τη συνήθεια πως «σφάλλουσιν οὗν οἱ συγγραφεῖς
τῶν ἄλλων θεωρητικῶν, ἐπειδή οὗτοι θέτουσι τὴν φθορὰν ταύτην (δηλ. το κλιτόν) ἐπὶ
τοῦ φθόγγου Δι»[23].
Επιπλέον, καθ΄ ομοιότητα, καταγράφεται και η κατάληξη με πτώση από την τονική
βάση, υπέρβασή της και επαναφορά του μέλους σε αυτήν. Ο Ραιδεστηνός επιλέγει
πολλά χρονικά σημάδια κυρίως χρονικές αγωγές ή γοργά, δίγοργα, τρίγοργα αλλά
και τετράγοργα. Σε αντίθεση με την καταγραφή του Άντον Παν, προσπαθεί να
αποδώσει και τις μικρότερες ερμηνευτικές λεπτομέρειες.
Περίπου
μία δεκαετία πριν την εκδημία του Γεωργίου Ραιδεστηνού, και συγκεκριμένα στα
1878, προσελήφθη στον Πατριαρχικό Ναό κάποιος νεαρός με καταγωγή από τη Νάξο, ο
οποίος άκουγε στο όνομα Ιάκωβος Ναυπλιώτης. Από εκείνη τη στιγμή και για τα
επόμενα 60 χρόνια δεν έφυγε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο λαμβάνοντας βαθμηδόν
όλα τα ψαλτικά οφφίκια έως και του Άρχοντος Πρωτοψάλτου της Μεγάλης του Χριστού
Εκκλησίας, αξίωμα το οποίο υπηρέτησε από το 1911 έως το 1939. Μάλιστα υπήρξε
μαθητής και του Γεωργίου Ραιδεστηνού, από τον οποίο έλαβε τη συμβουλή να
διαβάζει τα μαθήματα σε σημείο που να τα ψάλλει από στήθους[24] ομοίως, θα υπέθετε κανείς, και τον τρόπο
απαγγελίας των αναγνωσμάτων.
Σαφώς, όμως, αυτό που έκανε τον
Ιάκωβο Ναυπλιώτη να περάσει στην αιωνιότητα και να μην τον συνοδεύουν απλά οι
φήμες του θρύλου μιας από τις σημαντικότερες φωνές της Ορθοδοξίας ήταν το εξής:
επί πατριαρχίας Γερμανού Ε΄, ο Ιάκωβος έλαβε την εντολή να ηχογραφήσει ορισμένα
ψαλτικά μέλη και μεταξύ αυτών μια αποστολική[25]
και μία ευαγγελική[26]
περικοπή, αυτές που απαγγέλλονται στο μυστήριο του Βαπτίσματος. Η ηχογράφηση
έγινε σε φωνογραφικούς δίσκους από την γερμανική εταιρεία «Orfeon
Records» μεταξύ των ετών 1912 - 1915. Η αναλυτική
καταγραφή τους έγινε, από τον «προ μικρού μεθ΄ ἡμῶν», Αντ. Αλυγιζάκη, ο οποίος
μάλιστα είχε μελετήσει ενδελεχώς τα αποσπάσματα[27].
Στην ερμηνεία του Πρωτοψάλτη
ξετυλίγεται μια σειρά μορφολογικών και μουσικολογικών ομοιοτήτων σε σχέση με
την καταγραφή του Άντον Παν και του Γεωργίου Ραιδεστηνού, όσον αφορά στη βάση,
την κατάληξη, τα μουσικά μοτίβα τονισμού αλλά και της χρόας του κλιτού. Επιπρόσθετα,
αξίζει να αναφερθεί ότι υπάρχει και κάποιου είδους «υπακοή» στις επιταγές των
οδηγιών της ρουμανικής έντυπης έκδοσης, καθώς το ευαγγελικό απόσπασμα, όπως
ερμηνεύεται από τον Ναυπλιώτη, έχει πιο εκτεταμένες μελικές φράσεις σε σχέση με
το αποστολικό. Έτσι, επιβεβαιώνεται η πρότερη τολμηρή σκέψη περί μεταφοράς του
πατριαρχικού τρόπου εκφωνητικής πράξης από τους παλαιότερους στους νεότερους
και από εποχή σε εποχή.
Συμπερασματικά, θα έλεγε κανείς
πώς η τέχνη της εκφώνησης μοιάζει σε μεγάλο βαθμό ανεπηρέαστη. Ανεπηρέαστη,
σαφώς και δεν είναι, γιατί κατά καιρούς και τόπους παρεισφρέουν στοιχεία άλλων
παραδόσεων, ανατολικότερων και δυτικότερων, αλλά όντως υπάρχει μια σταθερή
προφορική παράδοση. Αυτή η παράδοση βασίστηκε εν πολλοίς στην μαθητεία, γι΄
αυτό και τα σωζόμενα δείγματα που παρουσιάστηκαν, μοιάζουν να επικοινωνούν σε
μείζονα βαθμό. Παράλληλα, και άλλες συγκριτικές μελέτες είναι έτοιμες να
ενισχύσουν αυτή τη θεωρία και μάλιστα με ορίζοντα μεγαλύτερο των δύο ή τριών
αιώνων[28].
Είναι αρκετά όμως αυτά τα στοιχεία για να μιλήσουμε για μια ατόφια τέχνη κατά
το παρελθόν ή για μια ανόθευτη παράδοση που θα συνεχιστεί στο μέλλον; Η
επιστήμη της μουσικολογίας και η Ψαλτική Τέχνη, ειδικότερα, είναι εδώ, όπως
φαίνεται και από τη σημερινή συμμετοχή μας, για να αναζητήσουν απαντήσεις σε
τέτοια ερωτήματα.
Ευχαριστώ για την
προσοχή σας!
[1] Τσάγγαλη Κ. Χρήστου, Τέχνη ραψωδική - Η
απαγγελίας της επικής ποίησης, Θεσσαλονίκη 2018, σσ. 17 - 166.
[2] Στάθη Θ. Γρηγορίου, «Η ιστορία και
παρουσίαση της εκφωνητικής σημειογραφίας», Συμβολή στη μνήμη Γεωργίου Στ.
Αμαριανάκη (1936 - 2003), Αθήνα 2013, σσ. 340 - 341.
[3] Το αυτόθι, σ. 339 - 340 και Στάθη Θ.
Γρηγορίου, «Ο Πραξαπόστολος, χειρόγραφο 55 της Ιεράς Μονής Λειμώνος, και η
εκφωνητική σημειογραφία», Πρακτικά Συνεδρίου Μονής Λειμώνος, 27 - 30
Σεπτεμβρίου 2001 (Αθήνα 2009), Αθήνα 2009, σ. 145
[4] Στεφάνου Βυζαντίου, «Σχόλια εἰς τὴν ῥητορικὴν
τοῦ Ἀριστοτέλους», Anecdota Graeca, B.R..P., vol. I, Oxonii MDCCCXXXIX (1839), p. 301.
[5] Αλεξάνδρου Μαρίας, Παλαιογραφία
Βυζαντινής Μουσικής, Αθήνα - Ψηφιακό Αποθετήριο Κάλλιππος 2017, σ. 180.
[6] Φλώρου Κωνσταντίνου (Μτφρ. Κων.
Κακαβελάκης), Η ελληνική παράδοση στις μουσικές γραφές του Μεσαίωνα,
Θεσσαλονίκη 1998, σ. 114.
[7] Στάθη Θ. Γρηγορίου, Τὰ πρωτόγραφα τῆς ἐξηγήσεως
εἰς τὴν Νέαν Μέθοδον Σημειογραφίας, Τόμος Α’, Αθήνα 2016, σσ. 184 - 185.
[8] Φιλοξένους Κυριακού, Λεξικόν τῆς Μουσικῆς,
Κωνσταντινούπολις 1868, σ. 23.
[9] Pann Anton, Irmologiŭ Catavacier,
Boukouresti 1854, pp. 253
- 254 & Γιαννοπούλου
Εμμανουήλ, Πέτρου Μανουήλ Εφεσίου, Πολυέλεοι και Εκλογές - Αναστάσιμα Εωθινά
Δοξαστικά, Θεσσαλονίκη 2019, σ. μη΄ - μθ΄.
[10] Μετάφραση π. Φιλοθέου Balan για το αυτόθι.
[11] Συλλόγου Ἱεροψαλτῶν Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀλεξανδρουπόλεως,
Γεωργίου Ῥαιδεστηνοῦ Θεωρητικόν - Μέθοδος Μουσικῆς, Ἀλεξανδρούπολη
2023, σσ. ι΄ - ια΄.
[12] Δροσάκη Γεωργίου, Γεώργιος Ραιδεστηνός ο
Β΄ Πρωτοψάλτης της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας 1833 - 1889, Πάφος 2020, σ. 15
[13] Το αυτόθι, σ. 16.
[14] Το αυτόθι, σ. ιγ΄
[15] Ἱεροθέου Ἱερομονάχου, Πατριαρχική
Μουσική Κιβωτός, Τόμος Α΄ - Θεία Λειτουργία, Ἅγιον Ὄρος 1999.
[16] Γεωργίου Ε. Ῥαιδεστηνοῦ, Ἁγία καὶ
Μεγάλη Ἑβδομάς, Κωνσταντινούπολις 1884.
[17] Γεωργίου Ε. Ῥαιδεστηνοῦ, Πεντηκοστάριον,
Κωνσταντινούπολις 1886.
[18] Συλλόγου Ἱεροψαλτῶν Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀλεξανδρουπόλεως,
Γεωργίου Ῥαιδεστηνοῦ Τριῲδιον, Ἀλεξανδρούπολη 2018.
[19] Συλλόγου Ἱεροψαλτῶν Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀλεξανδρουπόλεως,
Γεωργίου Ῥαιδεστηνοῦ Θεία Λειτουργία, Ἀλεξανδρούπολη 2019.
[20] Συλλόγου Ἱεροψαλτῶν Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀλεξανδρουπόλεως,
Γεωργίου Ῥαιδεστηνοῦ Θεωρητικόν - Μέθοδος Μουσικῆς, Ἀλεξανδρούπολη 2023.
[21] Συλλόγου Ἱεροψαλτῶν Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀλεξανδρουπόλεως,
Γεωργίου Ῥαιδεστηνοῦ Θεία Λειτουργία, Ἀλεξανδρούπολη 2019, σσ. 32 - 36.
[22] Συλλόγου Ἱεροψαλτῶν Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀλεξανδρουπόλεως,
Γεωργίου Ῥαιδεστηνοῦ Θεωρητικόν - Μέθοδος Μουσικῆς, Ἀλεξανδρούπολη 2023, σ. 74.
[23] Το αυτόθι, σ. 75.
[24] Δεβρελῆ Κ. Ἀστερἰου, Πηδάλιον Βυζαντινῆς
Μουσικῆς - Μορφές, Θεσσαλονίκη 2014, σ. 8. (Οι πληροφορίες στις οποίες
αναφέρεται ο Αστ. Δεβρελής είναι μαρτυρίες του Κωνσταντινουπολίτη Δασκάλου του,
Αθ. Παναγιωτίδη, ο οποίος υπήρξε Α΄ Κανονάρχης του Πατριαρχικού Ναού παρά τον
Ιάκωβο Ναυπλιώτη από το 1917 έως το 1928, όταν και εγκατέλειψε την
Κωνσταντινούπολη, αρχικώς για τη Δράμα και εν συνεχεία για τη Θεσσαλονίκη).
[25] https://www.youtube.com/watch?v=SKDTmIV78QE (Ημερ. Προσπέλασης: 29/5/2023)
[26] https://www.youtube.com/watch?v=ela2DAGI4GQ (Ημερ. Προσπέλασης: 29/5/2023)
[27]Αλυγιζάκη Ε. Αντωνίου, «Η εκφωνητική
ψαλτική πράξη· τα ‘’χύμα’’ και τα ‘’εκφώνως’’ αναγνώσματα», Πρακτικά Α᾿
Συνεδρίου Ψαλτικής Τέχνης, Αθήνα, 3 - 5 Νοεμβρίου 2000 (Αθήνα 2001), σ. 110
& Σέφκα Άγγελου, Η Εκφωνητική Τέχνη και Σημειογραφία (9ος - 14ος αι. & 19ος - 21ος αι.),
Διπλωματική Εργασία, Θεσσαλονίκη 2019, σσ. 60 - 101.
[28] Σέφκα Άγγελου, Η Εκφωνητική Τέχνη και
Σημειογραφία (9ος - 14ος
αι. & 19ος - 21ος αι.), Διπλωματική Εργασία,
Θεσσαλονίκη 2019, σσ. 60 - 101.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου