Η απήχηση της Ψαλτικής Τέχνης στα Βαλκάνια:
προσπάθειες αποτίμησης με τη βοήθεια σημαντικών έντυπων εκδόσεων και συνδρομών του 19ου αι.
Αδιαμφισβήτητα,
η αυγή του 19ου αι. αποτέλεσε την αρχή μιας σειράς αλλαγών που
διαμόρφωσαν την νεοελληνική ιστορία. Και σαφέστατα, η Ελληνική Επανάσταση, η
προσπάθεια αυτή της Εθνεγερσίας και της σύστασης ενός κράτους στηριζόμενου στην
Ελληνοχριστιανική ταυτότητα και παράδοση, ήταν το σημαντικότερο γεγονός, εκείνο
που επηρέασε, όχι μόνο τις γειτνιάζουσες περιοχές αλλά ολόκληρη την Ευρώπη και
τον κόσμο. Η σπουδαιότητα αυτού του γεγονότος, λοιπόν, έκανε εξέχουσες στιγμές
του Πολιτισμού και της Τέχνης να μοιάζουν πως στερούνται λάμψης. Ένα από αυτά
τα γεγονότα ήταν η «Μεταρρύθμιση» ή κατ’ άλλους «Διαρρύθμιση» του μουσικού
συστήματος γραφής της Ψαλτικής Τέχνης και η δημιουργία μίας Νέας Μεθόδου
αποτύπωσής της με διαφορετικούς όρους, που μέχρι εκείνη τη στιγμή λειτουργούσαν
με κάποια ελευθερία. Σκοπός της παρούσας μελέτης δεν είναι η ανάδειξη και η
παρουσίαση αυτού του νέου μουσικού εγχειρήματος, αλλά η προσπάθεια διασάφησης
της σχέσης των διάφορων βαλκανικών πολιτιστικών κέντρων και στοιχείων γύρω από
την κοινή συνισταμένη της Ψαλτικής Τέχνης.
Πιο
συγκεκριμένα, στα 1814 μετά από πατριαρχική ευλογία η μεταρρυθμιστική ομάδα του
αρχιμανδρίτη Χρυσάνθου Καραμάλλη, του Γρηγορίου Λευΐτη ή Λευϊτίδη Λαμπαδαρίου (μετέπειτα
Πρωτοψάλτου) του Πατριαρχείου και του Χουρμούζιου Γεωργίου Χαρτοφύλακος, αφού
ενώθηκαν και συσκέφθηκαν φιλοσοφικά και επιστημονικά «μετέβαλαν τοὺς μουσικοὺς
χαρακτῆρας ἀπὸ συμβόλων εἰς γράμματα»[1]. Με άλλα
λόγια, μέχρι εκείνη την περίοδο, η λεγόμενη Παλαιά Μέθοδος αποτελούσε ένα
ιδιαίτερα δύσκολο σύστημα εκμάθησης της Ψαλτικής το οποίο βασιζόταν στην
απομνημόνευση μελωδικών θέσεων - μοτίβων, κάτι που μόνο χρονοβόρο και πολύμοχθο
υπήρχε. Η μεταρρυθμιστική όμως κίνηση για τη μετατροπή του συστήματος έφερε νέα
δεδομένα, όπως η μονοσύλλαβη παραλλαγή, η κατάργηση πολλών σημαδιών και η
επινόηση νέων, η καταμέτρηση του δαπανώμενου χρόνου, ο σαφής προσδιορισμός των
κλιμάκων και των διαστημάτων μεταξύ των φθόγγων τους αλλά και η λεπτομερής
καταγραφή και μεταγραφή του μέλους[2].
Ωστόσο,
το εξίσου μεγάλο πλεονέκτημα της Νέας Μεθόδου έναντι της Παλαιάς υπήρξε η δυνατότητα
δημιουργίας αντιγράφων με τη βοήθεια της τυπογραφίας. Ήδη από την περίοδο του
μεσαίωνα και μέχρι την εφαρμογή αυτού του νέου μουσικού συστήματος γραφής, για
περίπου δηλαδή χίλια χρόνια, η παραγωγή αντιγράφων συστηματικά βασίστηκε στα
αντιγραφικά κέντρα των μοναστηριών ή στις μεμονωμένες εργασίες καλλιγράφων της
εκάστοτε εποχής. Η καθυστέρηση αυτής της «εκμετάλλευσης» της τυπογραφίας, κατά
βάση, οφείλεται στην ιδιομορφία της παλαιάς παρασημαντικής. Τα περίπλοκα
σημαδόφωνα, και μάλιστα ο ερυθρός χρωματισμός ορισμένων, αποτελούσαν ένα τέλμα
για τα τυπογραφικά μέσα της εποχής. Η απλοποίηση όμως της γραφής, όχι μόνο ως
προς τη λειτουργία και την εκμάθησή της αλλά και την εμφάνιση και καταγραφή
της, άνοιξαν τον δρόμο για την τυπογραφία που αφορά στη βυζαντινή μουσική και
δη στην Ψαλτική Τέχνη.
Το
ιδιαίτερο στοιχείο, το οποίο χαρακτηρίζει αυτήν την νέα εποχή, είναι η τυπογράφηση
του πρώτου βιβλίου Ψαλτικής στο Βουκουρέστι. Πρόκειται για το Αναστασιματάριο
του Πέτρου Λαμπαδαρίου του Πελοποννησίου, ένα βιβλίο που σχετίζεται με τροπάρια
αναστάσιμου περιεχομένου που ψάλλονται στις ακολουθίες των Κυριακών στους οκτώ
ήχους, εξαιρετικά απαραίτητο και το πρώτο που διδάσκεται ένας μαθητευόμενος
ψάλτης. Εκδότης υπήρξε ο Πέτρος Μανουήλ ο Εφέσιος, ένας από τους μαθητές των
Τριών Διδασκάλων, ο οποίος μετά την ολιγόχρονη φοίτησή του εστάλη στις
Παραδουνάβιες Ηγεμονίες για να διδάξει με τη σειρά του τη Νέα Μέθοδο της
Μουσικής στους εκεί Ορθοδόξους. Η προσπάθεια της έκδοσης προοικονομείται από
μία σχετική «Αναγγελία» που προτρέπει τους φιλόμουσους να γίνουν συνδρομητές
στο έργο του[3].
Τελικά, στα 1820 πραγματώνεται η έκδοση με την οικονομική συνεισφορά «τοῦ
πανευγενεστάτου ἄρχοντος μεγάλου Βορνίκου κυρίου Γρηγορίου Μπαλλιάνου»[4]. Μεταξύ των
συνδρομητών υπάρχει μια σειρά υψηλά ισταμένων και διάσημων προσώπων από το
Βουκουρέστι και το Ιάσιο, είτε ελληνικής καταγωγής (από την σύγχρονη ηπειρωτική
και νησιωτική Ελλάδα και την Μικρά Ασία) είτε βλαχικής. Από αυτούς ενδεικτικά
ας αναφερθούν ο Ηγεμόνας της Μολδαβίας Σκαρλάτος Καλλιμάχης, ο Μητροπολίτης
Ουγγροβλαχίας Διονύσιος, ο Μητροπολίτης
Μολδαβίας και Σουτσεάβας Βενιαμήν (sic) Κωστάκη
(που «αγίασε στις 27/2/1821 […] τη σημαία της Εταιρείας και ευλόγισε τον ηγέτη
της, τον Πρίγκιπα Αλέξανδρο Υψηλάντη […] στα πλαίσια των απελευθερωτικών
κινημάτων των Λαών των Βαλκανίων»[5]) καθώς και άλλοι αρχιερείς, οι Αρχιμανδρίτες
Αυθεντικής Κούρτης (δηλ. των Ηγεμονικών Αυλών) Σεραφείμ (Βουκουρέστι) και
Νικηφόρος (Ιάσιο), ο Καθηγούμενος των Τριών Ιεραρχών Ιασίου Σεραφείμ, ο
Αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικέος (sic) ο
Πελοποννήσιος (γνωστός και ως Παπαφλέσσας), άλλοι κληρικοί, άρχοντες με οφφίκια,
δάσκαλοι, μουσικοί, ο Πρωτοψάλτης της Μολδαβίας Γρηγόριος ο Πελοποννήσιος, ο
ψάλτης της Αγίας Παρασκεύης της Επιβατινής του Ιασίου Τριαντάφυλλος, ο
Πρωτοψάλτης και Δάσκαλος της Νέας Μεθόδου στους Τρεις Ιεράρχες του Ιασίου
Βασίλειος Γεωργίου εκ Δακίας και πολίτες.
Το ίδιο
έτος εκδίδεται από τον ίδιο πάλι στο Βουκουρέστι και το Δοξαστάριο του Πέτρου
Λαμπαδαρίου του Πελοποννησίου[6], το οποίο
αφιέρωσε στον «ὑψηλότατον καὶ εὐσεβέστον» Ηγεμόνα της Ουγγροβλαχίας Αλέξανδρο
Νικολάου Σούτζου. Ο Ηγεμόνας Αλέξανδρος αγόρασε και τα περισσότερα σώματα, ενώ
ανάμεσα στους συνδρομητές συγκαταλέγονται και συγγενείς του, ο Μητροπολίτης
Ουγγροβλαχίας Διονύσιος (όπως και στο Αναστασιματάριο), ο Αρχιμανδρίτης
Αυθεντικής Αυλής κ. Σεραφήμ (sic), ο
Αρχιμανδρίτης Τιμόθεος από τη Μονή Σταυρουπόλεως κ.ά. κληρικοί, άρχοντες
οφφικίαλοι και έμποροι με καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη, την Οχρίδα, την
Μακεδονία, την Ήπειρο, την Πελοπόννησο, τη Θράκη και το Αιγαίο.
Το
επόμενο έτος (1821), το έτος της Ελληνικής Εθνικής Επανάστασης εκδίδεται η «Εἰσαγωγὴ
εἰς τὸ θεωρητικὸν καὶ πρακτικὸν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, συνταχθεῖσα, πρὸς
χρήσιν τῶν σπουδαζόντων αὐτὴν κατὰ τὴν Νέαν Μέθοδον, παρὰ Χρυσάνθου τοῦ ἐκ
Μαδύτων»[7] στο Παρίσι.
Η έκρυθμη, όμως, κατάσταση - ίσως - δεν έδωσε την ευκαιρία σε συνδρομητές να
ενταχθούν στον σχετικό κατάλογο. Παρά ταύτα, δύο χρόνια αργότερα εκδίδεται στη
Βιέννη στα ρουμανικά το Θεωρητικό του Ιερομονάχου Μακαρίου που αναφέρεται ως
μεταφραστής από τα ελληνικά[8]. Πρόκειται
ίσως για μία από τις μεγαλύτερες μορφές της ρουμανικής ψαλτικής παράδοσης.
Μάλιστα, τον ίδιο χρόνο, ο Μακάριος εκδίδει Ειρμολόγιο[9] και
Αναστασιματάριο[10]
στα ρουμανικά, πάντα όμως οφείλουμε να κάνουμε την επισήμανση πώς είναι
καταγεγραμμένο με κυριλλικό αλφάβητο. Λίγα χρόνια αργότερα, και ειδικότερα, στα
1827 εκδίδει και μία Ανθολογία μαθημάτων στο Βουκουρέστι[11], μάλλον
κατά την λογική της λίγο προγενέστερης έκδοσης του 1824 της Ανθολογίας του
Χουρμουζίου. Αξίζει
να σημειωθεί η ιδιαίτερη αναφορά προς τον χορηγό Γρηγόριο Δημητρίου Γκίκα τον
Βοεβόδα και στον Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Γρηγόριο στα τρία από τα τέσσερα
βιβλία. Εξαίρεση αποτελεί η έκδοση του Αναστασιματαρίου, στο οποίο
μνημονεύονται ο Ιωάννης Σάντου Στούρτζα ο Βοεβόδας και ο Μητροπολίτης πάσης Μολδαβίας
Βενιαμίν Κωστάκη.
Ο
Χουρμούζιος ο Χαρτοφύλακας, ένας εκ των τριών εισηγητών της Νέας Μεθόδου,
έντονα δραστήριος εξηγητής της Παλαιάς Μεθόδου και συνθέτης, εισάγει ένα νέο
είδος εκδόσεων, αυτό των Ανθολογιών. Στην ουσία πρόκειται για συλλογές
μαθημάτων της Ψαλτικής που αφορούν διάφορες ακολουθίες και εκδίδονται σε έναν ή
και περισσότερους, συνήθως, τόμους. Στην δίτομη Ανθολογία του Χουρμουζίου[12] που
εκδόθηκε στα 1824 συναντά κανείς το ζωηρό ενδιαφέρον των φιλόμουσων συνδρομητών
από διάφορα μέρη της Βαλκανικής. Μεταξύ των κληρικών ξεχωρίζουν ο Γέρων
Μητροπολίτης Τουρνόβου (Βέλικο Τάρνοβο, σημερινή Βουλγαρία) Ιλαρίων και ο
Πρωτοσύγκελός του Διονύσιος, ο Μητροπολίτης Μεσημβρίας (Νέσεμπαρ, σημερινή
Βουλγαρία) Κύριλλος και ο διάκονός του Μακάριος, ο Επίσκοπος Πρεσλάβας (Βελίκη
Πρεσλάβ), οι Ιωάννης Διδάσκαλος και Κωνσταντίνος οι Μεσημβρεινοί (sic), περί τους σαράντα (40) Τουρνοβίτες (εκ των
οποίων πολλοί αγιορείτες, μουσικοί, ο δάσκαλος του νέου συστήματος Ιωάννης, ο
Ελληνοδιδάσκαλος της περιοχής Περικλής και άλλοι ευκατάστατοι) και έξι μουσικοί από το Σιστόβι (Σβιστόβ,
σημερινή Βουλαγαρία, παρά τον Δούναβη).
Τον
επόμενο χρόνο, 1825, εκδίδεται και το ελληνικό Ειρμολόγιο με έργα του Πέτρου
Λαμπαδαρίου του Πελοποννησίου και του Πέτρου Βυζαντίου, με τον έλεγχο και τη
φροντίδα πάλι του Χουρμουζίου Χαρτοφύλακος[13]. Από την
πλειάδα των συνδρομητών αυτοί που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω καταγωγής ή
γεωγραφικής δράσης είναι ο Προηγούμενος της Μονής της Ρίλλα Γεράσιμος, ο παρά
τον Ιωσήφ (Ποηγουμένου) της Ρίλλα μοναχός Χρύσανθος, ο Προεστώς Ιωακείμ στο
Μπελιγράδι (sic), ο
Χρήστος Δημητρίου από το Σαμακόβι της Ανατολικής Ρωμυλίας και, μία από τις
ελάχιστες γυναικείες παρουσίες μεταξύ
των συνδρομητών του 19ου αι., η Σμαραγδήτζα (sic) Τρανέσκου η Ελληνίδα Επιβατινή, μάλλον
συγγενής του Σαράντη Τρανέσκου, που συμετείχε στην έκδοση του Ταμείου
Ανθολογίας του Χουρμουζίου.
Στα 1832
ο Χουρμούζιος προβαίνει σε μία ιδιόμορφη κίνηση - σύμπραξη, να εκδώσει το Νέο
Αναστασιματάριο[14]
με τη βοήθεια του Θεοδώρου Παπα-Παράσχου του Φωκαέως, ο οποίος στη συνέχεια
εξέδωσε μερικά από τα σπουδαιότερα μουσικά πονήματα. Ο Ευστάθιος Ιωάννου από
την Αγχείαλο (sic) του
Πύργου (Μπουργκάς, σημερινή Βουλγαρία), ο Σάββας Ιωάννου Τζίπης από το
Αργυρόκαστρο (σημερινή Αλβανία), περισσότεροι τριάντα (30) φιλόμουσοι
συνδρομητές από την Φιλιππούπολη (Πλοβντιφ, σημερινή Βουλγαρία) και την κοντινή
Στενήμαχο (Ασένοβγκραντ, σημερινή Βουλαγαρία) και μερικοί Τουρνοβίτες
αποτέλεσαν βασικούς συνδρομητές της έκδοσης. Επίσης, από τη Μονή της Ρίλλα
αγοράστηκαν οχτώ (8) σώματα του συγκεκριμένου έργου και μάλιστα δίνεται έμφαση
στον Μουσικολογιώτατο Διδάσκαλο Νεόφυτο τον Μουσικό, τον Μουσικολογιώτατο
Αθανάσιο και τον Πανοσιολογιώτατο Επιφάνιο τον Μουσικό. Αν μη τι άλλο, οι
συγκεκριμένες αναφορές καθιστούν τη Μονή της Ρίλλα κέντρο γνώσης και διάδοσης
της Ψαλτικής Τέχνης με τη μορφή που αυτή είχε καθιερωθεί στην
κωνσταντινουπολίτικη παράδοση, ένα κέντρο που δυστυχώς τον επόμενο χρόνο βίωσε
την καταστροφική δύναμη της φωτιάς.
Ο
Θεόδωρος ο Φωκαεύς συνεχίζοντας το εκδοτικό του έργο προχωρά στη δημοσίευση
ενός νέου Ταμείου Ανθολογίας[15] με
συνθέσεις κυρίως του Γρηγορίου Πρωτοψάλτου αλλά και πολλές νέες, μεταξύ αυτών
και προσωπικές. Το έργο του φυσικά έχοντας τη σφραγίδα της επωνυμίας του
Δασκάλου και Πρωτοψάλτου Γρηγορίου έτυχε ευρείας διάδοσης. Στον κατάλογο των
συνδρομητών συγκαταλέγονται ο Κωνσταντίνος Ιωαννίδης ο «Πελιγραδινός» (sic), ο Νικόλαος Ζίγρης ο χρυσοχόος «ἐκ Πετολίων» (sic) και περίπου
δεκαπέντε (15) ιερείς, δάσκαλοι και λαϊκοί «ἐν Βάρνοι καὶ Μεσέμβρια» (sic). Από την περιοχή της σημερινής Ρουμανίας και
πιο συγκεκριμένα από την ευρύτερη περιοχή του Ιασίου ο φιλόμουσος Αρχιεπίσκοπος
Μολδαβίας Βενιαμίν και ο πρωτοψάλτης του Γεώργιος Παρασκευά, και ταυτόχρονα από
την περιοχή του Βουκουρεστίου δύο αρχιερείς, αρκετοί κληρικοί αλλά και λαϊκοί
αγόρασαν περισσότερα από τριανταπέντε (35) αντίτυπα του Ταμείου Ανθολογίας.
Αξίζουν να σημειωθούν ως κέντρα ενδιαφέροντος της έκδοσης αυτής πολλά από τα
ήδη αναφερθέντα, όπως η Φιλιππούπολη, η Στενήμαχος, το Τάρνοβο, το Κάρλοβο, η
Ουζουντζόβα, το Σόποτ (δεν μπορεί να διευκρινιστεί εάν πρόκειται για εκείνο της
σημερινής Σερβίας ή της Βουλγαρίας), η Παναγιούριστα (βουλγαρικής καταγωγής
άπαντες), το Πάζαρτζικ (σχέσεις με πατέρες από τη Μονή Ζωγράφου), οι σλαβόφωνες
Μονές του Αγίου Όρους (Χιλανδαρίου και Ζωγράφου) και η Μονή της Ρίλλα. Ίσως να
φαίνεται δεδομένο, ότι η Μονή της Ρίλλα συνδράμει σε άλλη μία έκδοση ψαλτικού
εγχειριδίου. Ωστόσο, δε θα έπρεπε, αφού μόλις έναν χρόνο πριν, δηλαδή στα 1833,
καταστρέφεται από πυρκαγιά. Το ενδιαφέρον, όμως, της Μονής για την Ψαλτική,
όπως αυτή καταγράφεται στα ελληνικά ψαλτικά βιβλία, παρά το γεγονός πώς
αποτέλεσε εξέχον κέντρο της Βουλγαρικής Εθνικής Αναγέννησης, καταδεικνύει την
άμεση σχέση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Καθώς η
πυρκαγιά αυτή δεν ήταν αρκετή για να αποτρέψει τους φιλόμουσους πατέρες της
Ρίλλα από την αγορά του Ταμείου Ανθολογίας, ήταν προφανές ότι δε θα τους
εμπόδιζε και από το επόμενο εκδοτικό εγχείρημα του Θεοδώρου Φωκαέως. Στα 1835
εκδίδει το Καλοφωνικό Ειρμολόγιο[16], το οποίο
είχε εξηγήσει στη Νέα Μέθοδο ο Γρηγόριος Πρωτοψάλτης. Έτσι, λοιπόν, είκοσι (20)
τεύχη αγοράζονται από τη Μονή της Ρίλλα, γύρω στα δέκα (10) από τη Μονή
Ζωγράφου και άλλα δώδεκα (12) από τον Αρχιεπίσκοπο Μολδαβίας Βενιαμίν Κωστάκη
και άλλους τρεις, μεταξύ αυτών και του Πρωτοψάλτη του Γεωργίου Παρασκευά. Ειρήσθω
εν παρόδω, την ίδια χρονιά, εκδίδεται για πρώτη φορά βιβλίο ψαλτικής με το
Αλφαβητικό Μουσικό Σύστημα του Βουκουρεστίου. Δεν είναι τυχαίο, επομένως, ότι
ενώ στις προηγούμενες εκδόσεις συμμετείχαν προσωπικότητες από το Βουκουρέστι,
σε αυτή παρατηρούμε μόνον από το Ιάσιο, του οποίου η ελληνική κοινότητα,
οφείλουμε να ομολογήσουμε, πως ήταν ακμάζουσα.
Οι ίδιοι
τέσσερεις συνδρομητές από την Επαρχία της Μολδαβίας (Αρχεπίσκοπος Βενιαμίν, Γεώργιος Παρασκευά και
άλλοι δύο) παρουσιάζονται και στην έκδοση του Δοξασταρίου του Ιακώβου
Πρωτοψάλτου από τον Θεόδωρο Φωκαέα το 1835, όπως εξηγήθηκε στη Νέα Μέθοδο από
τον Χουρμούζιο Χαρτοφύλακα[17]. Επίσης,
όπως, και στις προηγηθείσες εκδόσεις σημαντικό αριθμό τευχών παραγγέλνουν και
οι Ριλλιώτες πατέρες (15) ενώ άλλα τέσσερα (4) καταλήγουν στη βουλγαρόφωνη Μονή
του Ζωγράφου. Μεμονωμένοι ενδιαφερόμενοι είναι ο Ιωάννης Χατζή Θεοδώρου από την
Αγχίαλο, κάποιος ψάλτης της Βάρνας, Ανδρέας, και ο Δημήτριος Νικολάου από την
επαρχία της Κοριτζάς (sic). Αν
και παρεκκλίνουν από το ενδιαφέρον της παρούσας έρευνας αξίζει να σημειωθεί ότι
αποστέλλονται σώματα του μουσικού έργου και στην Οδησσό (σημερινή Ουκρανία) και
το Ταϊγάνιο (σημερινή Ρωσία).
Στην
ομάδα των εκδοτών έρχεται να προστεθεί στα 1839 ο Ιωάννης Πρωτοψάλτης, όπως
είναι γνωστός, αλλά εκείνη την περίοδο με το οφφίκιο ακόμα του Λαμπαδαρίου, ο
οποίος εκδίδει ένα δεύτερο Ειρμολόγιο. Φαίνεται πως δεν ήταν έντονη η διάθεση
για αναζήτηση χρηματοδοτών καθώς στον κατάλογο περιλαμβάνονται μόνο Μονές και Κελιά
του Αγίου Όρους. Το αξιοπρόσεχτο εδώ είναι πως δεν συμμετέχουν καθόλου
κοινοβιάτες ή κελιώτες από σλαβόφωνες αδελφότητες, εκτός δύο χιλανδαρινών
κελιών, που δεν αποκλείεται να μην ήταν και σλαβόφωνοι.
Από το
1841 ξεκινούν και οι εκδοτικές προσπάθειες του Κωνσταντίνου Πρωτοψάλτου. Εδώ,
θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι ο Κωνσταντίνος Πρωτοψάλτης δεν ήταν χρήστης της
Νέας Μεθόδου στο αναλόγιο, είτε από επιλογή είτε λόγω τύχης ή απουσίας ανάγκης.
Τα γραπτά του, όμως, μετέφερε στη Νέα Μέθοδο ο Στέφανος ο Δομέστιχος, αργότερα
γνωστότερος και ως Λαμπαδάριος. Αυτό σημαίνει ότι κατ’ ουσίαν είναι διπλή η
δυναμική της έκδοσης, αφού πέρα από το όνομα του Πρωτοψάλτη προστίθεται και το
εγνωσμένου κύρους όνομα του βοηθού του· κάτι που προσελκύει και περισσότερους
συνδρομητές. Το πρώτο του μουσικό έργο ήταν το δίτομο Δοξαστάριο του[18]. Από το
σύνολο των συνδραμούντων ξεχωρίζουν στην έκδοση «οἱ ἐξ Ἀχρίδος» και «οἱ ἐν
Βουκουρεστίῳ». Στην πρώτη ομάδα περιλαμβάνονται πέρα από ιερείς, ο πρωτοψάλτης
της Μητροπόλεως Κωνσταντίνος και άλλοι δύο μουσικοί. Στην δεύτερη εκτός από
ορισμένους κληρικούς ξεχωρίζει ο Βασίλειος Νικολαΐδης ο Βυζάντιος, του οποίου
είναι γνωστό ένας χειρόγραφος κώδικας θεωρητικού περιεχομένου (1825), και
ακολουθούν άλλοι μουσικοί και φιλόμουσοι με ελληνική κατά βάση καταγωγή, κάτι
που δείχνει και την προτίμηση μουσικού συστήματος που χρησιμοποιούσαν σε
αντίθεση με τους ντόπιους.
Τέσσερα
χρόνια αργότερα, κατά το 1845, εκδίδει το δικό του Ταμείο Ανθολογίας το οποίο
μοιάζει να είχε μεγαλύτερη απήχηση από το Δοξαστάριο[19]. Περίπου
σαράντα (40) συνδρομές προέρχονται από το Βουκουρέστι και το Ιάσιο με τους
περισσότερους ενδιαφερόμενους να είναι ιερείς. Σαφώς δε γίνεται να διαφύγει της
προσοχής μας η συμμετοχή και κάποιου «Ἰωάννη Σκαρδάτου βιβλιοπώλου
Βουκουρεστινοῦ» (sic), που
αγοράζει τρία (3) τεύχη, κάτι που αυτόματα σημαίνει και το ενδιαφέρον για την
Ψαλτική στο Βουκουρέστι. Σημαντική είναι και η απήχηση της όμως και στην
κοινότητα της Οχρίδος και του Μοναστηρίου με την αγορά περισσότερων των δέκα
(10) τευχών. Βέβαια, αυτόνομα παρουσιάζονται ως συνδρομητές από την
Κωνσταντινούπολη και τη Θεσσαλονίκη και άτομα με καταγωγή από την Οχρίδα, τα
Σκόπια, το Τάρνοβο, τη Φιλιππούπολη, τη Σόφια και το Ελμπασάν (σημερινή
Αλβανία).
Ωστόσο,
μία από τις σπουδαιότερες εκδόσεις του 19ου αι. και με διεθνικό
χαρακτήρα λαμβάνει χώρα το 1846 με το όνομα «Κοκκινογοργούσα»[20]. Το όνομά της
προέρχεται από τη χρήση των κόκκινων συμβόλων του «γοργού» κατά μίμηση των
παλαιών χειρογράφων. Χαρακτηριστικά στο πρώτο φύλλο αναφέρεται ότι «νῦν τὸ πρῶτον
ἐκδοθεῖσα εἰς τύπον δι’ ἐρυθρῶν σημείων ἐν Φιλιππουπόλει». Πρόκειται για ένα
πρωτοποριακό για την εποχή εγχείρημα (μόλις το δεύτερο δίχρωμο έντυπο βιβλίο
Ψαλτικής, μετά την «Σύνοψη των Καλοφωνικών Ειρμών»[21] στην
Κωνσταντινούπολη από τον Ιωάννη Λαμπαδάριο το 1842), μιας και η τυπογραφία της
Ψαλτικής Τέχνης βρισκόταν ακόμα σε νηπιακό στάδιο. Το πόνημα αυτό είναι γνωστό
και ως «Ανθολογία της Φιλιππούπολης» και εκδόθηκε με την πρόνοια των Παύλου
Κούρτοβιτς Τσαλόγλου και Γεωργίου Π. Κωνσταντίνου «ἐπιστασίᾳ καὶ ἐπιδιορθώσει» του
Ιωάννου Λαμπαδαρίου, του μετέπειτα Πρωτοψάλτου[22]. Επίσης,
υπάρχει σχετική ανακοίνωση σε κυριλλικό αλφάβητο, πριν από το μουσικό κείμενο,
στην οποία γράφονται τα εξής: «στη σλαβική γλώσσα, τα μαθήματα που υποσχέθηκαν
έχουν καθυστερήσει λόγω του όγκου του βιβλίου. Αρχικά, τυπώνεται μια μικρή
Ανθολογία σε 8 φύλλα (σελίδες), μόνο στη σλαβική γλώσσα για να σας εξυπηρετήσω.
Αφού υπογράψετε και όταν τυπωθούν τα βιβλία θα σας τα φέρω. Γ.Κ.Π.Μ.»[23]. Στον
κατάλογο των συνδρομητών παρατηρείται ο διαχωρισμός τους σε δύο ομάδες, με την
πρώτη να ορίζεται ως «Μερικός Κατάλογος φιλομούσων Ἀρχιερέων καὶ ἄλλων τινῶν»
και η άλλη ως «Κατάλογος τῶν Φιλοκάλων συνδρομητῶν». Πέραν των εξεχόντων
αρχιερέων, άλλων κληρικών, μουσικών και μουσικοδιδασκάλων εντοπίζονται και
άλλοι φιλόκαλοι μορφωμένοι συνδρομητές (όπως ιατροί, αρχιδάσκαλοι, υποδάσκαλοι,
παιδαγωγοί, βιβλιοδέτες, βιβλιοπώλες) και μεταξύ αυτών τρεις γυναίκες (δύο
μοναχές και μία ακόμη ιδιωτικά). Όλοι προέρχονταν από την ευρύτερη περιοχή της
Φιλιππούπολης, εννοώντας την Στενήμαχο, το Αμπελίνο (κοινότητα στη Στενήμαχο),
το Τσιπροχώρι (κοινότητα στη Στενήμαχο), το Πάζαρτζικ, την Παναγιούριστα, τα
Βοδενά και το Χάσκιοϊ της Ουζουντζόβας. Όπως είναι φυσικό, το ενδιαφέρον της
Μονής της Ρίλλα υπήρξε αμείωτο για μία ακόμα έκδοση. Το σημαντικότερο, όμως,
είναι το πόσο μεγάλη ήταν η απήχηση της Ψαλτικής τόσο στον ελληνικό όσο και
στον σλαβικό πληθυσμό της περιοχής, λαμβάνοντας έτσι έναν χαρακτήρα ενότητας
γύρω από την κοινή Ορθόδοξη Πίστη.
Παράλληλα,
την ίδια δεκαετία (1841 – 1850) και λίγο αργότερα παρατηρείται μια εκδοτική –
ας μου επιτραπεί η λέξη – «έκρηξη» στην Ρουμανία κυρίως με τον Άντον Πανν αλλά
και με τον Δημήτριο Σουτσεβεάνου. Ο Δημήτριος Σουτσεβεάνου εξέδωσε ένα
αναστασιματάριο στο Ιάσιο (1848)[24] και ένα
τρίτομο ιδιομελάριο στο Νεαμτς (1856 & 1857)[25], στο
Τυπογραφείο της ομώνυμης Μονής. Από την άλλη ο πιο γνωστός στους ψαλτικούς
κύκλους, Άντον Πανν, μουσικός «υιός» του πρώτου εκδότου της Ψαλτικής του Πέτρου
Μανουήλ Εφεσίου[26],
εξέδωσε από το 1841 έως το 1854 οκτώ (8) έργα σε δεκαεπτά (17) τόμους. Πιο
συγκεκριμένα, πρόκειται για ένα Θεωρητικό σε εκτεταμένη και σύντομη εκδοχή[27], τρία
τεύχη λειτουργιών[28], δύο
χερουβικο-κοινωνικάρια[29], δύο
ειρμολόγια[30],
τρία δοξαστάρια τιτλοφορούμενα ως «Νέα»[31], ένα
τριώδιο και ένα βιβλίο με μέλη της αγρυπνίας[32]. Τα είδη
αυτών των βιβλίων είναι πρωτοποριακά, αφού δεν συναντώνται στην ελληνική
παράδοση μέχρι εκείνη την εποχή. Αντιθέτως, ο Άντον Πανν λειτουργώντας ως
μουσικός πρόδρομος προλαβαίνει τις σύγχρονες εκδόσεις, αν σκεφτεί κανείς πώς
μόλις το 2016 εκδόθηκε στο Άγιον Όρος ο «Μουσικός Λειμών τῆς Ἀγρυπνίας»[33], με
μαθήματα που αφορούν τη σύνθετη και πολύωρη ακολουθία της Αγρυπνίας.
Νοτιότερα,
στην Κωνσταντινούπολη, ο Θεόδωρος ο Φωκαεύς προχωρά για πρώτη φορά στην έκδοση
ενός τετράτομου μουσικού έργου, της «Μουσικῆς Μελίσσης»[34]. Οι πρώτοι
τρεις τόμοι εκδόθηκαν το 1847 και ο τέταρτος το επόμενο έτος. Τα ονόματα των
ενδιαφερομένων και οι τοποθεσίες παρουσιάζουν μια σχετική ομοιότητα με
προηγούμενες εκδόσεις του Φωκαέως, καθώς εντοπίζονται συνδρομητές από την
Οχρίδα και το Μοναστήρι, από τη Μονή της Ρίλλα, την Στενήμαχο και την Αγχίαλο,
άλλοι κληρικοί και λαϊκοί από το Ιάσιο, ενώ διαβάζει κανείς και τα ονόματα
ορισμένων συνδρομητών από το Αργυρόκαστρο και ενός από το «Μπελιγράδι» (που
αναφέρεται και σε προηγούμενη έκδοση).
Μερικά
χρόνια αργότερα, και ειδικότερα στα 1850 και 1851, ο Ιωάννης Λαμπαδάριος
εκδίδει επίσης ένα τετράτομο έργο, ίσως ένα από τα σπουδαιότερα όχι μόνο του 19ου
αι. αλλά διαχρονικά, τη τιτλοφορούμενη «Πανδέκτη»[35]. Η
προσπάθεια των εκδοτών να εντάξουν στα βιβλία τους κατά το δυνατόν περισσότερα
έργα τους οδηγεί στη δημιουργία μεγάλων συλλογών, όπως υποδηλώνει και το όνομα
«Πανδέκτη». Μια τέτοιου βεληνεκούς, ωστόσο, προσπάθεια υπερβαίνει κατά πολύ τα
χρηματικά δεδομένα της τυπογράφησης και ως εκ τούτου μεγαλώνει η διάθεση για
εύρεση συνδρομητών. Μεγάλο αριθμό φαίνεται να προμηθεύονται οι αρχιερείς από το
Τάρνοβο, τη Μεσήμβρια, τη Σωζόπολη, το Ζβόρνικ (σημερινή Βοσνία), την Πρεσρένη
(Πρίζρεν) και τη Νισάβα (σημερινή Νις, Σερβία). Επίσης, αν και σε προηγούμενη
έκδοση του Ιωάννου δε συμμετείχαν σλαβόφωνες μονές του Αγίου Όρους, τώρα βρίσκεται
μεταξύ των ενδιαφερομένων η Μονή Χιλανδαρίου αλλά και η Μονή Ζωγράφου. Δεν
απουσιάζουν για άλλη μια έκδοση οι «ἐν Ἰασίῳ» εβρισκόμενοι, αλλά εμφανώς
περιορισμένοι (μόλις δύο τεύχη). Τέλος, ενδιαφέρον έδειξαν και οι «ἐν
Φιλιππουπόλει» καθώς και οι Ριλλιώτες πατέρες, μεταξύ των οποίων καταγράφεται
και ο Νεόφυτος ως «πρώην Δ[άσκαλος] τῆς Σλαβωνικῆς γλώσσης ἐν τῇ κατὰ Χάλκην
Θεολογικῇ Σχολῇ τῆς τοῦ Χριστοῦ Μ[εγάλης] Ἐκκλ[ησίας]», τεκμηριώνοντας «πάλιν
καὶ πολλάκις» την σχέση της Ρίλλα με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Το έτος
έκδοσης της «Πανδέκτης» δεν βρίσκει τον Θεόδωρο τον Φωκαέα στη ζωή, αλλά
προσπάθεια των εκδόσεων περνά στα χέρια των υιών του, Αλεξάνδρου και Λεωνίδου.
Έτσι, το 1859 μετά από αίτηση των Αγιορειτών Πατέρων εκδίδεται το δίτομο
«Δοξαστάριο των Αποστίχων» του Χουρμουζίου Χαρτοφύλακος[36]. Προφανώς,
η ύπαρξη του παραγγελιοδότη σε μεγάλο βαθμό καλύπτει την έκδοση αλλά
συμμετείχαν και κάποιοι εκτός Αγίου Όρους. Από τα κοινά των σλαβόφωνων Μονών συμμετείχε
μόνο της Ζωγράφου με πέντε (5) βιβλία. Εν τούτοις, συμμετείχαν κάποια κελιά της
δικαιοδοσίας της σερβικής Μονής Χιλανδαρίου. Αναλυτικά, συνέδραμε ο «παππᾶ Ἱλαρίων
ψάλτης Κελιώτης Χιλιανταρινός» που αγόρασε δέκα (10) τεύχη (!), ενώ άλλο ένα ο
«παππᾶ Ἰγνάτιος μουσικός Κελιώτης Χιλιανταρινός».
Παρά το
ότι στα 1862 απεβίωσε και ο Κωνσταντίνος Πρωτοψάλτης, έναν χρόνο αργότερα
εκδίδεται το Αναστασιματάριό του από τον γιό του (Ν. Κ. Πρωτοψάλτου) και τον Χ.
Γ. Παπαδόπουλο[37].
Τη μουσική επιμέλεια του τόμου ανέλαβε ο Δομέστικός του Στέφανος, ως
Λαμπαδάριος πλέον. Έτσι, το ενδιαφέρον και η συμμετοχή των αρχιερέων του Θρόνου
υπήρξε μεγάλη, αφού συνέδραμαν οι αρχιερείς από τη Φιλιππούπολη, τη Μεσήμβρια,
το Δυρράχιο, τα Σκόπια, τη Πρεσρένη, τη Κορυτσά, το Βελιγράδι, τη Νισάβα και τη
Βάρνα. Επίσης, από τη Βάρνα και τη Φιλιππούπολη συμμετείχαν και περισσότεροι
από είκοσι (20) ιερείς και λαϊκοί.
Είκοσι
χρόνια αργότερα, ένας άλλος Πρωτοψάλτης, ο Γεώργιος Ευστρατιάδης ο Ραιδεστηνός,
μαθητής του Κωνσταντίνου Πρωτοψάλτου, επιχειρεί μια διπλή έκδοση, μίας «Μεγάλης
Εβδομάδας» (1884)[38] και ενός
«Πεντηκοσταρίου» (1886)[39]. Ως ακόμα
μία έκδοση από εξέχουσα προσωπικότητα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, οι
αρχιερείς που πρόσκεινται στη δικαιοδοσία του στήριξαν τις συγκεκριμένες
εκδόσεις. Μεταξύ αυτών υπήρξαν αρχιερείς από τη Φιλιππούπολη, την Αγχίαλο, τη
Βάρνα, το Δυρράχιο, και τη Κορυτσά. Δεν είναι τυχαίο πώς τρεις μεγάλες
βουλγαρικές πόλεις με δραστήριες ελληνικές κοινότητες δεν επηρεάζονται από το
εξαρχικό ζήτημα, αφού με συμφωνία διαμοιράζονταν με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Ως κοινότητες με έντονο ενδιαφέρον ξεχωρίζουν εκείνες της Φιλιππούπολης, της
Στενημάχου, του Γαλαζίου (Γκαλάτσι, σημερινή Ρουμανία) και του Γιουργέβου
(Τζιούρτζιου, σημερινή Ρουμανία). Τέλος, την έκδοση στήριξαν δύο Χιλανδαρινά
Κελιά των Καρυών (Αγ. Τριάδα & Άγ. Θωμάς), χωρίς να είμαστε σίγουροι για
την καταγωγή των πατέρων.
Οι
μεγάλες εκδόσεις του 19ου αι. ολοκληρώνονται στα 1900 με την έκδοση
του «Χερουβικαρίου» του Αλεξάνδρου Βυζαντίου, πρώην καθηγητή στη Θεολογική
σχολή της Χάλκης[40].
Ακόμα και μία σύντομη ματιά είναι αρκετή για να αντιληφθεί τη συρρίκνωση του
εύρους των αλλόγλωσσων συνδρομητών. Η μοναδική «απόχρωση» μη ελληνικού
στοιχείου είναι η αγορά δύο τόμων από τη Μονή Χιλανδαρίου και ένα εξάρτημά της.
Όλα τα υπόλοιπα κέντρα ενδιαφέροντος έχουν απόλυτα ελληνικό χαρακτήρα, ακόμα
και η μοναδική εκτός σημερινής Ελλάδος και Τουρκίας περιοχή, αυτή του
Μοναστηρίου ή των Βιτολίων, όπως αναφέρεται, για την οποία την επιμέλεια
συγκέντρωσης των συνδρομών έχει αναλάβει
ο Γεώργιος Σιμώτας από τη Θεσσαλονίκη, πρωτοψάλτης του Αγίου Νικολάου του
Τρανού στην Πλατεία Αριστοτέλους. (Εδώ θα μου επιτρέψετε να αναφέρω ότι ένας εκ
των συνδρομητών είναι ο προκάτοχός μου στο δεξί αναλόγιο του Ι. Ν. Παναγούδας,
ο Εμμανούλ Ἰ. Κρεμέζης.)
Συμπερασματικά,
η παραπάνω μελέτη μπορεί να θεωρηθεί ως μία πρώτη προσπάθεια ανάδειξης της
σχέσης των Βαλκανικών λαών με βάση την Ψαλτική Τέχνη, όπως εκφράζεται μέσα από
εκδόσεις και συνδρομές. Η σχέση αυτή παρουσιάζεται με τη ζωντανή δράση κέντρων
διάδοσης της Νέα Μεθόδου της Ψαλτικής με πιο ξεχωριστά από αυτά του Ιασίου, του
Βουκουρεστίου, της Φιλιππούπολης και της Μονής της Ρίλλα, με ενδιάμεσο σύνδεσμο
πολλές φορές το Άγιον Όρος. Οι περισσότεροι εκδότες συνδέθηκαν με το
Οικουμενικό Πατριαρχείο υπηρετώντας το από κύριες και καίριες θέσεις, κάτι που
φυσικά τους έδωσε τη δυνατότητα να απευθύνονται σε ιεράρχες και κληρικούς του
Θρόνου, που είτε είχαν την οικονομική δυνατότητα να αγοράζουν τα πονήματά τους
είτε να επηρεάζουν την περιφέρειά τους προς αυτήν την κίνηση. Επίσης, πέραν των
μουσικών, των ψαλτών και των μουσικοδιδασκάλων, εμφανίζονται πολλοί επιφανείς
και λόγιοι πολίτες της εποχής, όπως γιατροί, παιδαγωγοί, βιβλιοδέτες,
βιβλιοπώλες, προεστοί κ.ά.. Επιπρόσθετα, τεκμηριώνεται η διηνεκής επαφή των
Βαλκανίων με τη Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως και στο κατά πόσο
διαμόρφωσε αυτή με το λειτουργικό τυπικό και την εκκλησιαστική μουσική της
παράδοση την αντίστοιχη των τοπικών Εκκλησιών, ακόμα και σε περιόδους κρίσης.
Για παράδειγμα, η προσπάθεια για τη διάδοση του Αλφαβητικού Μουσικού Συστήματος
του Βουκουρεστίου δεν έτυχε ευρείας διάδοσης, ενώ ακόμα και σήμερα οι Ρουμάνοι
Ορθόδοξοι επιλέγουν την ελληνική εκκλησιαστική μουσική παράδοση. Παρομοίως
επιδιώκουν πλέον και οι γειτνιάζοντες λαοί στην Ελλάδα. Όσον αφορά τις
προτιμήσεις των ψαλτών, σίγουρα ενισχύεται η διάθεση τους για σειρές βιβλίων
που περιέχουν πληθώρα και ποικιλία συνθέσεων και επιλέγουν πολλές φορές βιβλία
εκδοτών που αγόρασαν και στο παρελθόν έργα τους. Τέλος, δεν είναι λίγες οι
περιπτώσεις που ο «εκδότης – δάσκαλος» δημιουργεί «εκδότες – μαθητές», όπως
Πέτρος Εφέσιος και Άντον Πανν, Θεόδωρος Φωκαεύς και οι υιοί του, Κωνσταντίνος
Πρωτοψάλτης και Στέφανος Λαμπαδάριος ή και Γεώργιος Ραιδεστηνός. Φυσικά, δεν
πρέπει να λησμονήσουμε και τις περιπτώσεις όσων βιβλίων εκδόθηκαν χωρίς
συνδρομητές, όσων είχαν λειτουργική χρήση, όσων είχαν τη μορφή μελετημάτων,
όσων αφορούσαν τη θύραθεν μουσική παράδοση, όπως η «Ευτέρπη», η «Πανδώρα» και η
«Καλλίφωνος Σειρήνα» αλλά και εκείνα των τυπικών διατάξεων (πχ. Τυπικό της
Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας του Κωνσταντίνου Πρωτοψάλτου). Η παρούσα μελέτη –
παρουσίαση είναι απλά η αρχή μιας προσπάθειας αναζήτησης στο πεδίο της σχέσης
των βαλκανικών λαών με κοινό θεματικό άξονα την Ψαλτική Τέχνη. Χωρίς αμφιβολία,
η διάθεση, η υπομονή και η επιμονή μπορούν να αποτελέσουν ισχυρούς συμμάχους
μας που θα τεκμηριώσουν έτι παραπάνω αυτήν την κοινή πολιτισμική πορεία και την
προσφορά που είχε σε αυτό η νεοελληνική κουλτούρα.
[1]
Χατζηθεοδώρου Γεώργιος, Βιβλιογραφία τῆς
Βυζαντινῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς - Περίοδος Α΄(1820 - 1899), Θεσσαλονίκη
1998, σ. 26.
[2] Στάθης
Γρηγόριος, Τὰ Χειρόγραφα Βυζαντινῆς
Μουσικῆς - Τὰ πρωτόγραφα τῆς ἐξηγήσεως εἰς τὴν Νέαν Μέθοδον Σημειογραφίας,
Α΄ Τόμος, Αθήνα 2016, σσ. 181 - 185.
[3] Γιαννόπουλος
Εμμανουήλ, Πέτρου Μανουήλ Εφεσίου,
Πολυέλεοι και Εκλογές - Αναστάσιμα Εωθινά Δοξαστικά, Θεσσαλονίκη 2019, σσ.
ιζ΄ - ιη΄.
[4] Πέτρος
Μανουήλ Εφέσιος, Νέον Ἀναστασιματάριον,
Μεταφρασθὲν κατὰ τὴν νεοφανὴ Μέθοδον τῆς Μουσικῆς, Βουκουρέστι 1820.
[5] Από τη
σχετική επιγραφή που σώζεται στην Ι. Μ. Τριών Ιεραρχών Ιασίου.
[6] Πέτρος
Μανουήλ Εφέσιος, Σύντομον Δοξαστάριον τοῦ
ἀοιδίμου Πέτρου Λαμπαδαρίου τοῦ Πελοποννησίου, Μεταφρασθὲν κατὰ τὴν νέαν
μέθοδον τῆς Μουσικῆς τῶν Μουσικολογιωτάτων Διδασκάλων τοῦ νέου Συστήματος,
Βουκουρέστι 1820.
[7] Χρύσανθος
εκ Μαδύτων, Εἰσαγωγὴ εἰς τὸ θεωρητικὸν καὶ
πρακτικὸν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, Παρίσι 1821.
[8] Macarie Ieromonahul, Teoreticon, Viena 1823.
[9] Macarie Ieromonahul, Irmologhion, Viena (;) 1823.
[10] Macarie Ieromonahul, Anastasimatar, Viena 1823.
[11] Macarie Ieromonahul, Antologhion, Bucuresti 1827.
[12]
Χουρμούζιος Χαρτοφύλαξ, Ταμεῖον Ἀνθολογίας,
Τόμος Δεύτερος, Κωνσταντινούπολις 1824.
[13] Χουρμούζιος
Χαρτοφύλαξ, Εἰρμολόγιον τῶν Καταβασιῶν
Πέτρου τοῦ Πελοποννησίου μετὰ τοῦ Συντόμου Εἰρμολογίου Πέτρου Πρωτοψάλτου τοῦ
Βυζαντίου, Κωνσταντινούπολις 1825.
[14]
Χουρμούζιος Χαρτοφύλαξ, Ἀναστασιματάριον
Νέον, Κωνσταντινούπολις 1832.
[15]
Γρηγόριος Πρωτοψάλτης, Ταμεῖον Ἀνθολογίας,
Τόμος Δεύτερος, Κωνσταντινούπολις 1834.
[16] Γρηγόριος
Πρωτοψάλτης, Εἰρμολόγιον Καλοφωνικόν,
Κωνσταντινούπολις 1835.
[17] Ἰάκωβος Πρωτοψάλτης, Δοξαστάριον, Τόμος Δεύτερος,
Κωνσταντινούπολις 1836.
[18] Κωνσταντίνος Πρωτοψάλτης, Δοξαστάριον, Τόμος Δεύτερος,
Κωνσταντινούπολις 1841.
[19] Κωνσταντίνος Πρωτοψάλτης, Ταμεῖον Ἀνθολογίας, Τόμος Δεύτερος,
Κωνσταντινούπολις 1845.
[20] Ἰωάννης Λαμπαδάριος
(Πρωτοψάλτης), Ἀνθολογία,
Κωνσταντινούπολις 1846.
[21] Ιωάννης Λαμπαδάριος, Σύνοψις Καλοφωνικῶν Εἰρμῶν,
Κωνσταντινούπολις 1842.
[22] Δε μοιάζει να είναι τυχαία η
συμμετοχή του Ιωάννου Λαμπαδαρίου (μετέπειτα Πρωτοψάλτου) στην έκδοση των δύο
πρώτων έγχρωμων ψαλτικών εγχειριδίων. Συνειρμικά, ίσως να μπορεί κάποιος να
υποθέσει και την προσπάθειά του για μεταφορά των στοιχείων, των οδηγιών ή -
έστω - της ιδέας του εγχειρήματος για δημιουργία δίχρωμων βιβλίων.
[23]
Μετάφραση από τα σλαβικά από τον Andrej Pop Antoski.
[24] Suceveanu Dimitrie, Anastasimatar, Iasi 1848.
[25] Suceveanu Dimitrie, Idiomelar, vol.1, Neamt 1856, Suceveanu Dimitrie, Idiomelar, vol.2, Neamt 1856 &
Suceveanu Dimitrie, Idiomelar, vol.3,
Neamt 1857.
[26] Σύμφωνα με τον Καθηγητή Εμμ.
Γιαννόπουλο, ο Άντον Πάνν ή Αντώνιος
Παντολέων, όπως ο ίδιος υπογράφει, υπήρξε μαθητής του Διονυσίου Φωτεινού και
του Πέτρου Μανουήλ Εφεσίου, του οποίου το τυπογραφείο διηύθυνε (Γιαννόπουλος
Εμμανουήλ, Πέτρου Μανουήλ Εφεσίου,
Πολυέλεοι και Εκλογές - Αναστάσιμα Εωθινά Δοξαστικά, Θεσσαλονίκη 2019, σ. ιστ΄).
Δεν είναι άλλωστε τυχαία η χρήση των ίδιων στοιχείων τυπογράφησης στα βιβλία
του Πέτρου Εφεσίου (βλ. παραπομπές υπ. αριθμ. 4 & 6) και του Άντον Πανν.
[27] Anton Pann, Basul
Teoretic, Bucuresti, 1847.
[28] Anton Pann, La
Sfinta Liturghie a Sf. Ioan Gura de aur, Ecsaglasurile, Bucuresti, 1854,
Anton Pann, La Sfinta Liturghie a Sf.
Ioan Gura de aur, Bucuresti, 1854 & Anton Pann, La Sfinta Liturghie a Sf. Vasile cel Mare si a Sf. Ioan Gura de aur,
Bucuresti, (;).
[29] Anton Pann, Heruvico-chinonicar, vol.1 & 2,
Bucuresti 1847.
[30] Anton Pann, Irmologhion,
Bucuresti 1846 & 1854.
[31] Anton Pann, Noul
Doxastar, Tomul 1, Bucuresti 1841, Anton Pann, Noul Doxastar, Tomul 2 & 3, Bucuresti 1853.
[32] Anton Pann, Priveghier,
Bucuresti 1848.
[33] Ιερά Μονή Γρηγορίου, Μουσικός Λειμών τῆς Ἀγρυπνίας, Περιέχων ἅπαντα
τὰ μέλη τῆς Ἀγιορειτικῆς Ἀγρυπνίας, Άγιον Όρος 2016.
[34] Παπα-Παράσχου Θεόδωρος
(Φωκαεύς), Μουσική Μέλισσα, Τόμος
Τέταρτος, Κωνσταντινούπολις 1848.
[35] Ἰωάννης Λαμπαδάριος &
Στέφανος Α΄ Δομέστικος, Πανδέκτης τῆς Ἱερᾶς
Ἐκκλησιαστικῆς Ὑμνωδίας τοῦ ὅλου Ἐνιαυτοῦ, Τόμος 4, 1851. Η τετράτομη
συλλογή περιλαμβάνει από έναν τόμο Εσπερινού, Όρθρου, Θείας Λειτουργίας και
έναν τόμο με αργά Μαθήματα («Μαθηματάριον»).
[36]
Χουρμούζιος Χαρτοφύλαξ, Δοξαστάριο,
περιέχον τὰ δοξαστικὰ τῶν ἀποστίχων, Κωνσταντινούπολις 1859.
[37]
Κωνσταντίνος Πρωτοψάλτης, Ἀναστασιματάριον,
Ἀργόν καὶ Σύντομον, Κωνσταντινούπολις 1863.
[38]
Γεώργιος Ε. Ραιδεστηνός, Ἡ Ἁγία καὶ
Μεγάλη Ἑβδομάς, Κωνσταντινούπολις 1884.
[39]
Γεώργιος Ε. Ραιδεστηνός, Πεντηκοστάριον,
Κωνσταντινούπολις 1886.
[40]
Ἀλέξανδρος Βυζάντιος, Χερουβικάριον,
Κωνσταντινούπολις 1900.
.jpg)