Παρασκευή 16 Ιουνίου 2023

Εισήγηση στο 1ο Ιεροψαλτικό Συνέδριο Ανατολικής Μακεδονίας & Θράκης (Ορεστιάδα, 15-17 Ιουνίου 2023)

 

Η Τέχνη της Εκφώνησης από τον 19ο στον 20ο αι.

Τα παραδείγματα των Πρωτοψαλτών,
Γεωργίου του Ραιδεστηνού Β΄ και Ιακώβου του Ναυπλιώτου.

Σεβαστοί πατέρες, αξιότιμοι σύνεδροι, εκλεκτή φιλόμουσος ομήγυρις,

μπορεί η σημερινή εισήγηση να επικεντρώνεται σε μερικές μόνο δεκαετίες λίγο πριν ή λίγο μετά το 1900, αλλά η εκφώνηση αποτελεί μια τέχνη της οποίας τα ίχνη χάνονται στο βάθος των αιώνων. Περιδιαβαίνοντας, λοιπόν, την ιστορία και ξεσκονίζοντας τα κατάλοιπά της η αρχή της απαγγελτικής τέχνης εντοπίζεται στα χρόνια των αοιδών και των ραψωδών που εκφωνούσαν τα μακροσκελή ποιήματα τους στις αυλές των αρχαϊκών μεγάρων, από τον 9ο αι. π.Χ., τότε που βρίσκουμε τις πρώτες μαρτυρίες της ελληνικής γλώσσας μετά τους σκοτεινούς αιώνες της απουσίας της[1]. Η ίδια τέχνη αφού πέρασε στα θέατρα και τις αγορές των Ελλήνων και των Ρωμαίων στην αυγή της 1ης μεταχριστιανικής χιλιετίας συνάντησε την αντίστοιχη Εβραϊκή, η οποία χρησιμοποιήθηκε στην λατρεία των Εβραίων αλλά και των Πρωτοχριαστιανών για την απαγγελία των ψαλμών.

Η συνύπαρξη των δύο παραδόσεων της εκφωνητικής τέχνης, δηλαδή της ελληνορωμαϊκής και της εβραϊκής, έδωσε ένα ξεχωριστό αποτέλεσμα που για αιώνες τώρα χαρακτηρίζει την απόδοση των αγιογραφικών αλλά και των άλλων λειτουργικών κειμένων στη λατρεία. Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Μέγας Αθανάσιος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, έδωσαν ιδιαίτερο βάρος στην ορθή εμμελή απόδοση των κειμένων, σημειώνοντας τα πρώτα σημάδια μεταξύ των διαστίχων που έδιναν τη δυνατότητα σωστού επιτονισμού των λέξεων[2] - ίσως για όσους δεν είχαν ελληνική παιδεία. Σε αυτό είχε συμβάλλει η προ μερικών αιώνων επικράτηση της μικρογράμματης γραφής και των προσωδιακών σημαδιών, που αν μη τι άλλο, όπως εύστοχα τονίζει ο Γρ. Στάθης[3], αποτελούν τη μουσική σημειογραφία της γλώσσας. Ο Στέφανος ο Βυζάντιος σχολιάζει στη «Ῥητορική τοῦ Ἀριστοτέλους» ότι «διὰ τοῦτο καὶ οἱ τὰ ἅγια εὐαγγέλια μανθάνοντες, μυοῦνται πρῶτον τοὺς τόνους»[4].

Ωστόσο, για πρώτη φορά ένα σχετικά οργανωμένο σύστημα εκφωνητικής σημειογραφίας εμφανίζεται στα χειρόγραφα του 8ου αι., το οποίο με την πάροδο του χρόνου σταθεροποιείται, ακμάζει και από τον 13ο - 14ο αι. πέφτει σε παρακμή και αχρησία[5]. Στην φάση της πλήρους ακμής παρουσιάζονται πολλά σημάδια που μοιάζουν σε σχήμα και όνομα με τα προσωδιακά σημάδια της ελληνικής γλώσσας αλλά και με εκείνα της ψαλτικής σημειογραφίας. Μεταξύ άλλων είναι ευδιάκριτα, με κόκκινο χρώμα, διατεταγμένα σε ζεύγη στην αρχή ή το τέλος κάθε μουσικορητορικής ενότητας η τελεία, η οξεία, η βαρεία, η απόστροφος και η συρματική που ομοιάζει στην περισπωμένη. Εδώ, όπως παρατηρείτε είναι εμφανής η ομοιότητα και με τα στοιχεία της γλώσσας αλλά και της ψαλτικής σημειογραφίας, παλαιάς τε και νέας. Ο συγκεκριμένος τύπος σημειογραφίας αποτελεί κατά κάποιον τρόπο τη «μήτρα», για τις επόμενες μουσικές σημειογραφίες του μεσαίωνα σε ανατολή και δύση, όπως την περιγράφει εύστοχα ο μεγάλος μουσικολόγος Κ. Φλώρος [6].

Αυτός είναι και ο λόγος που ορισμένα από αυτά τα σημάδια εντοπίζονται και στη Νέα Μέθοδο, η οποία καθιερώθηκε από το 1814 - 1815, κατά την πατριαρχία του αγίου Κυρίλλου του Στ΄. Το νέο μουσικό σύστημα γραφής, που είναι και το ισχύον, έδωσε άλλη προοπτική στην καταγραφή των μελών. Και όπως σημειώνει ο Γρ. Στάθης, «τὸ καίριο καὶ κύριο καὶ μέγιστο κατόρθωμα τῆς μεταρρύθμισης τῶν Τριῶν Διδασκάλων» ήταν η καταγραφή του μέλους «ολογράφως»[7]. Αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό προσπάθησε να εκμεταλλευτεί ο ένας από τους διδασκάλους, ο Γρηγόριος Πρωτοψάλτης, όταν κατέγραψε για πρώτη φορά το μέλος των αναγνωσμάτων. Το περίφημο - γνωστό μόνο από τις διάφορες πηγές - χειρόγραφο του Γρηγορίου με τις καταγραφές ενός αποστολικού και ενός ευαγγελικού αναγνώσματος, που μνημονεύεται από πολλούς ως το παλαιότερο δείγμα[8], δεν έχει βρεθεί. Σύμφωνα με τον Κ. Φιλοξένη, το αποστολικό ανάγνωσμα σε «μέλος γνήσιον, ἀρχαῖον καὶ πρωτότυπον» είναι περικοπή από την προς Εβραίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου, που αναγιγνώσκεται κατά την εορτή του Ευαγγελισμού («Ἀδελφοί, ὅ ἁγιάζων καὶ οἱ ἁγιαζόμενοι ἐξ ἑνὸς πάντες»). Το δε ευαγγελικό ανάγνωσμα είναι περικοπή του κατά Λουκάν Ευαγγελίου, η οποία αναγιγνώσκεται στις θεομητορικές εορτές («Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς κώμην τινά»).

Το αμέσως επόμενο σε παλαιότητα τεκμήριο, το οποίο μάς έγινε γνωστό από τις έρευνες του καθηγητή κ. Εμμ. Γιαννόπουλου, είναι μια καταγραφή σε ένα έντυπο ρουμανικό «Ειρμολόγιο», που εκδόθηκε από τον Άντον Παν στο Βουκουρέστι το 1854[9].  Πρόκειται για μια αποστολική και μία ευαγγελική περικοπή, η οποία - όχι τυχαία - είναι η ίδια με αυτή του κατέγραψε ο Γρηγόριος στο περίφημο χειρόγραφό του. Η αποστολική περικοπή είναι απόσπασμα της προς Κολασσαείς Επιστολής του Αποστόλου Παύλου, η οποία αναγιγνώσκεται κατά την Λ’ Κυριακή. (Κατά το ελληνικό κείμενο: «Ἀδελφοί, ἐνδύσασθε, ὡς ἐκλεκτοὶ τοῦ Θεοῦ ἅγιοι καὶ ἠγαπημένοι»).

Η σημαντικότητα της καταγραφής κρύβεται όχι μόνο στο γεγονός πως φαίνεται να είναι η παλαιότερη καταγραφή εκφωνητικής τέχνης αλλά και στο πως ο Πέτρος Μανουήλ ο Εφέσιος, που είχε μαθητεύσει κοντά στον Γεώργιο από την Κρήτη αλλά και στους τρεις Διδασκάλους της Νέας Μεθόδου, σχετίζεται με αυτήν την περίπτωση. Κάποια στιγμή, ο Πέτρος μετέβη στη Ρουμανία για να μεταδώσει τις γνώσεις του γύρω από τη Νέα Μέθοδο και ανέπτυξε εξαιρετικά μεγάλη διδακτική δράση. Ένας από τους διακριθέντες μαθητές του υπήρξε ο Άντον Παν, που ασχολήθηκε με την μεταφορά και την επεξεργασία μελών από την ελληνική στην ρουμανική. Ο Παν, όντας μουσικός «εγγονός» του Γρηγορίου Πρωτοψάλτου, είναι πολύ πιθανόν να κατέγραψε την συγκεκριμένη περικοπή βάσει των ακουσμάτων του από τον Εφέσιο, ο οποίος διδάχθηκε και από τον Γρηγόριο. Με μία δόση τόλμης, θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχει μια διάδοχη κατάσταση ακουσμάτων.

Στη συγκεκριμένη διαφάνεια βλέπετε ένα απόσπασμα της καταγεγραμμένης περικοπής και ένα προλογικό σημείωμα οδηγιών το οποίο αναφέρει τα εξής: «Κάποιος πρέπει να γνωρίζει ότι δεν γίνονται επιμηκύνσεις όπως στο Ευαγγέλιο, αλλά συντομεύσεις - καταλήξεις από κόμμα σε κόμμα μόνο για μια αναπνοή, και μόνο στο τέλος κάνουμε τελική κατάληξη, όπως ακολούθως στο συγκεκριμένο, όπου παίρνει κάποιος το ίσο κατά τη δύναμή του»[10]. Μεταξύ άλλων παρατηρούμε ότι ορίζεται ως τονική βάση ο φθόγγος άνω Νη με τη χρόα του κλιτού και καταγράφεται η απόκριση του ιερέως μία οκτάβα χαμηλότερα. Επίσης, στην κατάληξη (η οποία δε φαίνεται εδώ) η μελωδία αρχικά κινείται καθοδικά και αφού υπερβεί τη βάση εκφώνησης επανέρχεται για να αναπαυθεί σε αυτήν. Εδώ, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η κατάληξη του αναγνώσματος είναι σαφώς πιο μελωδική και εκτεταμένη σε σχέση με το υπόλοιπο ανάγνωσμα, όπως άλλωστε προτρέπουν οι οδηγίες.

Το αμέσως επόμενο τεκμήριο καταγραφής της εκφωνητικής τέχνης και πρώτο μάλιστα στην ελληνική γλώσσα είναι εκείνο του Γεωργίου Ευστρατιάδη, ο οποίος είναι περισσότερο γνωστός στον ψαλτικό κόσμο, ως Γεώργιος Ραιδεστηνός ο Β΄[11]. Ο Γεώργιος γεννήθηκε στην Ραιδεστό της Ανατολικής Θράκης στα 1833[12]. Αν και οι μουσικές του σπουδές ξεκίνησαν στον τόπο γεννήσεώς του, σύντομα βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη για να μαθητεύσει παρά τους πόδας του Κωνσταντίνου του Βυζαντίου, που ήδη από το 1821 ήταν Πρωτοψάλτης[13]. Μάλιστα, ο Κωνσταντίνος ήταν γνώστης της Παλαιάς Μεθόδου και εντρύφησε και ο Γεώργιος σε αυτή κάτι που γίνεται αντιληπτό από τις εξηγήσεις του[14]. Στα 1863, μόλις τριάντα ετών ανέλαβε τη θέση του Λαμπαδαρίου και μετά από περίπου μια δεκαετία, το 1871, επωμίστηκε την Πρωτοψαλτία του Οικουμενικού Πατριαρχείου για τέσσερα χρόνια[15]. Παράλληλα η δράση του ήταν καθοριστική, διότι πέρα από τη διδασκαλία της Ψαλτικής ασχολήθηκε με την καταγραφή και τη συγγραφή μελών, ενώ συνέγραψε και θεωρητικές εργασίες. Η «Μεγάλη Εβδομάς»[16] και το «Πεντηκοστάριόν»[17] του είναι σαφώς τα διασημότερα όλων. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, χάρη στη δράση του «Συλλόγου Ιεροψαλτών Αλεξανδρουπόλεως» έγιναν γνωστά και πολλά χειρόγραφα έργα του, όπως το «Τριώδιον»[18], η «Θεία Λειτουργία»[19], το «Θεωρητικόν»[20] και εσχάτως ο «Όρθρος».

Στη «Θεία Λειτουργία», λοιπόν, υπάρχει καταγεγραμμένη η ευαγγελική περικοπή της παραβολής του άφρονος πλουσίου (Λουκά ιβ΄, 16 - 21)[21]. Με μια πρώτη ματιά, ο Ραιδεστηνός φαίνεται πως αξιοποίησε πλήρως τις δυνατότητες της Νέας Μεθόδου για να αποδώσει στο μέγιστο την εμμελή απαγγελία του αγιογραφικού αποσπάσματος. * Συγκεκριμένα, όπως και στην καταγραφή του Άντον Παν, επιλέγεται ως βάση εκφώνησης ο άνω Νη με τη χρόα του κλιτού ενώ παράλληλα το μέλος της απαγγελίας είναι πιο εκτεταμένο, όπως προτρέπουν και οι οδηγίες στη ρουμανική καταγραφή. Σχετικά με τη φθορά του κλιτού στον άνω Νη ο Ραιδεστηνός γράφει στο θεωρητικό του συγγραμμα πως: «Αὔτη δὲ ἡ φθορὰ (δηλ. το κλιτόν) […] εἶναι καθιερωμένη εἰς τὸν φθόγγον Νη […] ὁδεύουσα δὲ ἐπὶ τὸ βαρύ, θέλει πρῶτον τεταρτημόριον, δεύτερον μείζονα, τρίτον πάλιν μείζονα, καὶ τέταρτον καὶ τελευταῖον μείζονα»[22]. Μάλιστα δεν διστάζει να στηλιτεύσει τη συνήθεια πως «σφάλλουσιν οὗν οἱ συγγραφεῖς τῶν ἄλλων θεωρητικῶν, ἐπειδή οὗτοι θέτουσι τὴν φθορὰν ταύτην (δηλ. το κλιτόν) ἐπὶ τοῦ φθόγγου Δι»[23]. Επιπλέον, καθ΄ ομοιότητα, καταγράφεται και η κατάληξη με πτώση από την τονική βάση, υπέρβασή της και επαναφορά του μέλους σε αυτήν. Ο Ραιδεστηνός επιλέγει πολλά χρονικά σημάδια κυρίως χρονικές αγωγές ή γοργά, δίγοργα, τρίγοργα αλλά και τετράγοργα. Σε αντίθεση με την καταγραφή του Άντον Παν, προσπαθεί να αποδώσει και τις μικρότερες ερμηνευτικές λεπτομέρειες.

         Περίπου μία δεκαετία πριν την εκδημία του Γεωργίου Ραιδεστηνού, και συγκεκριμένα στα 1878, προσελήφθη στον Πατριαρχικό Ναό κάποιος νεαρός με καταγωγή από τη Νάξο, ο οποίος άκουγε στο όνομα Ιάκωβος Ναυπλιώτης. Από εκείνη τη στιγμή και για τα επόμενα 60 χρόνια δεν έφυγε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο λαμβάνοντας βαθμηδόν όλα τα ψαλτικά οφφίκια έως και του Άρχοντος Πρωτοψάλτου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, αξίωμα το οποίο υπηρέτησε από το 1911 έως το 1939. Μάλιστα υπήρξε μαθητής και του Γεωργίου Ραιδεστηνού, από τον οποίο έλαβε τη συμβουλή να διαβάζει τα μαθήματα σε σημείο που να τα ψάλλει από στήθους[24]ž ομοίως, θα υπέθετε κανείς, και τον τρόπο απαγγελίας των αναγνωσμάτων.

Σαφώς, όμως, αυτό που έκανε τον Ιάκωβο Ναυπλιώτη να περάσει στην αιωνιότητα και να μην τον συνοδεύουν απλά οι φήμες του θρύλου μιας από τις σημαντικότερες φωνές της Ορθοδοξίας ήταν το εξής: επί πατριαρχίας Γερμανού Ε΄, ο Ιάκωβος έλαβε την εντολή να ηχογραφήσει ορισμένα ψαλτικά μέλη και μεταξύ αυτών μια αποστολική[25] και μία ευαγγελική[26] περικοπή, αυτές που απαγγέλλονται στο μυστήριο του Βαπτίσματος. Η ηχογράφηση έγινε σε φωνογραφικούς δίσκους από την γερμανική εταιρεία «Orfeon Records» μεταξύ των ετών 1912 - 1915. Η αναλυτική καταγραφή τους έγινε, από τον «προ μικρού μεθ΄ ἡμῶν», Αντ. Αλυγιζάκη, ο οποίος μάλιστα είχε μελετήσει ενδελεχώς τα αποσπάσματα[27].

Στην ερμηνεία του Πρωτοψάλτη ξετυλίγεται μια σειρά μορφολογικών και μουσικολογικών ομοιοτήτων σε σχέση με την καταγραφή του Άντον Παν και του Γεωργίου Ραιδεστηνού, όσον αφορά στη βάση, την κατάληξη, τα μουσικά μοτίβα τονισμού αλλά και της χρόας του κλιτού. Επιπρόσθετα, αξίζει να αναφερθεί ότι υπάρχει και κάποιου είδους «υπακοή» στις επιταγές των οδηγιών της ρουμανικής έντυπης έκδοσης, καθώς το ευαγγελικό απόσπασμα, όπως ερμηνεύεται από τον Ναυπλιώτη, έχει πιο εκτεταμένες μελικές φράσεις σε σχέση με το αποστολικό. Έτσι, επιβεβαιώνεται η πρότερη τολμηρή σκέψη περί μεταφοράς του πατριαρχικού τρόπου εκφωνητικής πράξης από τους παλαιότερους στους νεότερους και από εποχή σε εποχή.

Συμπερασματικά, θα έλεγε κανείς πώς η τέχνη της εκφώνησης μοιάζει σε μεγάλο βαθμό ανεπηρέαστη. Ανεπηρέαστη, σαφώς και δεν είναι, γιατί κατά καιρούς και τόπους παρεισφρέουν στοιχεία άλλων παραδόσεων, ανατολικότερων και δυτικότερων, αλλά όντως υπάρχει μια σταθερή προφορική παράδοση. Αυτή η παράδοση βασίστηκε εν πολλοίς στην μαθητεία, γι΄ αυτό και τα σωζόμενα δείγματα που παρουσιάστηκαν, μοιάζουν να επικοινωνούν σε μείζονα βαθμό. Παράλληλα, και άλλες συγκριτικές μελέτες είναι έτοιμες να ενισχύσουν αυτή τη θεωρία και μάλιστα με ορίζοντα μεγαλύτερο των δύο ή τριών αιώνων[28]. Είναι αρκετά όμως αυτά τα στοιχεία για να μιλήσουμε για μια ατόφια τέχνη κατά το παρελθόν ή για μια ανόθευτη παράδοση που θα συνεχιστεί στο μέλλον; Η επιστήμη της μουσικολογίας και η Ψαλτική Τέχνη, ειδικότερα, είναι εδώ, όπως φαίνεται και από τη σημερινή συμμετοχή μας, για να αναζητήσουν απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα.

Ευχαριστώ για την προσοχή σας!



[1] Τσάγγαλη Κ. Χρήστου, Τέχνη ραψωδική - Η απαγγελίας της επικής ποίησης, Θεσσαλονίκη 2018, σσ. 17 - 166.

[2] Στάθη Θ. Γρηγορίου, «Η ιστορία και παρουσίαση της εκφωνητικής σημειογραφίας», Συμβολή στη μνήμη Γεωργίου Στ. Αμαριανάκη (1936 - 2003), Αθήνα 2013, σσ. 340 - 341.

[3] Το αυτόθι, σ. 339 - 340 και Στάθη Θ. Γρηγορίου, «Ο Πραξαπόστολος, χειρόγραφο 55 της Ιεράς Μονής Λειμώνος, και η εκφωνητική σημειογραφία», Πρακτικά Συνεδρίου Μονής Λειμώνος, 27 - 30 Σεπτεμβρίου 2001 (Αθήνα 2009), Αθήνα 2009, σ. 145

[4] Στεφάνου Βυζαντίου, «Σχόλια εἰς τὴν ῥητορικὴν τοῦ Ἀριστοτέλους», Anecdota Graeca, B.R..P., vol. I, Oxonii MDCCCXXXIX (1839), p. 301.

[5] Αλεξάνδρου Μαρίας, Παλαιογραφία Βυζαντινής Μουσικής, Αθήνα - Ψηφιακό Αποθετήριο Κάλλιππος 2017, σ. 180.

[6] Φλώρου Κωνσταντίνου (Μτφρ. Κων. Κακαβελάκης), Η ελληνική παράδοση στις μουσικές γραφές του Μεσαίωνα, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 114.

[7] Στάθη Θ. Γρηγορίου, Τὰ πρωτόγραφα τῆς ἐξηγήσεως εἰς τὴν Νέαν Μέθοδον Σημειογραφίας, Τόμος Α’, Αθήνα 2016, σσ. 184 - 185.

[8] Φιλοξένους Κυριακού, Λεξικόν τῆς Μουσικῆς, Κωνσταντινούπολις 1868, σ. 23.

[9] Pann Anton, Irmologiŭ Catavacier, Boukouresti 1854, pp. 253 - 254 & Γιαννοπούλου Εμμανουήλ, Πέτρου Μανουήλ Εφεσίου, Πολυέλεοι και Εκλογές - Αναστάσιμα Εωθινά Δοξαστικά, Θεσσαλονίκη 2019, σ. μη΄ - μθ΄.

[10] Μετάφραση π. Φιλοθέου Balan για το αυτόθι.

[11] Συλλόγου Ἱεροψαλτῶν Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀλεξανδρουπόλεως, Γεωργίου Ῥαιδεστηνοῦ Θεωρητικόν - Μέθοδος Μουσικῆς, Ἀλεξανδρούπολη 2023, σσ. ι΄ - ια΄.

[12] Δροσάκη Γεωργίου, Γεώργιος Ραιδεστηνός ο Β΄ Πρωτοψάλτης της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας 1833 - 1889, Πάφος 2020, σ. 15

[13] Το αυτόθι, σ. 16.

[14] Το αυτόθι, σ. ιγ΄

[15] Ἱεροθέου Ἱερομονάχου, Πατριαρχική Μουσική Κιβωτός, Τόμος Α΄ - Θεία Λειτουργία, Ἅγιον Ὄρος 1999.

[16] Γεωργίου Ε. Ῥαιδεστηνοῦ, Ἁγία καὶ Μεγάλη Ἑβδομάς, Κωνσταντινούπολις 1884.

[17] Γεωργίου Ε. Ῥαιδεστηνοῦ, Πεντηκοστάριον, Κωνσταντινούπολις 1886.

[18] Συλλόγου Ἱεροψαλτῶν Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀλεξανδρουπόλεως, Γεωργίου Ῥαιδεστηνοῦ Τριῲδιον, Ἀλεξανδρούπολη 2018.

[19] Συλλόγου Ἱεροψαλτῶν Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀλεξανδρουπόλεως, Γεωργίου Ῥαιδεστηνοῦ Θεία Λειτουργία, Ἀλεξανδρούπολη 2019.

[20] Συλλόγου Ἱεροψαλτῶν Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀλεξανδρουπόλεως, Γεωργίου Ῥαιδεστηνοῦ Θεωρητικόν - Μέθοδος Μουσικῆς, Ἀλεξανδρούπολη 2023.

[21] Συλλόγου Ἱεροψαλτῶν Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀλεξανδρουπόλεως, Γεωργίου Ῥαιδεστηνοῦ Θεία Λειτουργία, Ἀλεξανδρούπολη 2019, σσ. 32 - 36.

[22] Συλλόγου Ἱεροψαλτῶν Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀλεξανδρουπόλεως, Γεωργίου Ῥαιδεστηνοῦ Θεωρητικόν - Μέθοδος Μουσικῆς, Ἀλεξανδρούπολη 2023, σ. 74.

[23] Το αυτόθι, σ. 75.

[24] Δεβρελῆ Κ. Ἀστερἰου, Πηδάλιον Βυζαντινῆς Μουσικῆς - Μορφές, Θεσσαλονίκη 2014, σ. 8. (Οι πληροφορίες στις οποίες αναφέρεται ο Αστ. Δεβρελής είναι μαρτυρίες του Κωνσταντινουπολίτη Δασκάλου του, Αθ. Παναγιωτίδη, ο οποίος υπήρξε Α΄ Κανονάρχης του Πατριαρχικού Ναού παρά τον Ιάκωβο Ναυπλιώτη από το 1917 έως το 1928, όταν και εγκατέλειψε την Κωνσταντινούπολη, αρχικώς για τη Δράμα και εν συνεχεία για τη Θεσσαλονίκη).

[25] https://www.youtube.com/watch?v=SKDTmIV78QE (Ημερ. Προσπέλασης: 29/5/2023)

[26] https://www.youtube.com/watch?v=ela2DAGI4GQ (Ημερ. Προσπέλασης: 29/5/2023)

[27]Αλυγιζάκη Ε. Αντωνίου, «Η εκφωνητική ψαλτική πράξη· τα ‘’χύμα’’ και τα ‘’εκφώνως’’ αναγνώσματα», Πρακτικά Α᾿ Συνεδρίου Ψαλτικής Τέχνης, Αθήνα, 3 - 5 Νοεμβρίου 2000 (Αθήνα 2001), σ. 110 & Σέφκα Άγγελου, Η Εκφωνητική Τέχνη και Σημειογραφία (9ος  - 14ος αι. & 19ος - 21ος αι.), Διπλωματική Εργασία, Θεσσαλονίκη 2019, σσ. 60 - 101.

[28] Σέφκα Άγγελου, Η Εκφωνητική Τέχνη και Σημειογραφία (9ος  - 14ος αι. & 19ος - 21ος αι.), Διπλωματική Εργασία, Θεσσαλονίκη 2019, σσ. 60 - 101.





Πέμπτη 1 Ιουνίου 2023

Εισήγηση στο 3ο Ιεροψαλτικό Συνέδριο Κρήτης (Ρέθυμνο, 7-9 Φεβρουαρίου 2020)

    

Η Εμμελής Απαγγελία
στη σύγχρονη Ψαλτική Τέχνη 

Παράδοση & Νεωτερισμοί στον 20ο αι. 

 

    Σεβαστοί Πατέρες, αξιότιμη μουσικολογική ομήγυρις, 
  ο περασμένος αιώνας, ο αιώνας της τεχνολογικής προόδου και διαρκούς εξελίξεως, αποτέλεσε μια πολύ ξεχωριστή περίοδο και για την Ψαλτική Τέχνη. Σπουδαίες προσωπικότητες, όπως εκτελεστές, συνθέτες και μουσικολόγοι, άφησαν ανεξίτηλο το στίγμα τους με τις ερμηνείες τους, το συνθετικό τους έργο και την πολυσχιδή τους έρευνα. Το πέρασμα, όμως, στη νέα χιλιετία επιτρέπει εμάς τους νεώτερους να έχουμε τη δυνατότητα να σταθούμε σε μια σχετική απόσταση ερευνώντας και εμβαθύνοντας σε φαινόμενα και προβληματισμούς που προηγήθηκαν και να τοποθετούμαστε με νέες και ακριβείς απόψεις σε θέματα και γεγονότα που, όπως προείπα, στιγμάτισαν την Τέχνη της Ψαλτικής. 
    Ένα τέτοιο θέμα είναι ο τρόπος του «ἀπαγγέλειν». Ποια είναι η παράδοση, τι θεωρείται νεωτερικό και πως η διδασκαλία «πᾶν κλῆμα ἐν αὐτῇ μὴ φέρον καρπὸν, αἴρει αὐτὸ, καὶ πᾶν τὸ καρπὸν φέρον, καθαίρει αὐτὸ ἵνα πλείονα καρπὸν φέρῃ»; 
    Αρχικά, όμως, καλό είναι να γίνεται απόλυτα κατανοητός κάθε όρος για τον οποίο γίνεται λόγος. «Απαγγελία» ονομάζεται η ανακοίνωση κάποιας είδησης ή εντολής και όταν συνοδεύεται από τον επιθετικό προσδιορισμό «εμμελής», αυτόματα πρόκειται για ένα είδος ανακοίνωσης που συνυπάρχει με μια υποτυπώδη μελωδία. Η Τέχνη αυτή της αγγελίας ονομάζεται και «εκφωνητική», δηλαδή η τέχνη κατά την οποία κάποιος απαγγέλει μεγαλόφωνα. Ο Καθηγητής Μουσικολογίας, Γρ. Στάθης, φροντίζει να αντιπαραβάλει την έννοια του «ἐκφώνως» με εκείνη του «μυστικῶς», που προβλέπει την χαμηλόφωνη και μυστηριακή απαγγελία. Με άλλα λόγια πρόκειται για ένα είδος ανάγνωσης μεταξύ μέλους και λόγου, αυτό που αποκαλεί ο Αριστείδης Κοϊντιλιανός (3ος αι. μ. Χ.) «μέση φωνή» και πολύ αργότερα ο Αλ. Παπαδιαμάντης «τόνο λογαοιδικό» στο μυθιστόρημα της «Φόνισσας». 
    Η ιστορία αυτής της Τέχνης έχει τις ρίζες της βαθιά στο χρόνο και άπτεται της εποχής του Ομήρου, όταν αοιδοί και ραψωδοί απήγγειλαν με συνοδεία κιθάρας τα επικά τους ποιήματα σε αυλές ανακτόρων έμπροσθεν του εκλεκτού κοινού τους. Ωστόσο, με την πάροδο των αιώνων αυτή η τέχνη της απαγγελίας υιοθετήθηκε και από τους θεράποντες του θεάτρου, με κύριο εκφραστή τον ποιητή Στησίχορο, ο οποίος μάλιστα απομάκρυνε την κιθάρα και βασίστηκε στην ύπαρξη της διακριτικής μελωδίας της φωνής. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η δημιουργία του προσωδιακού συστήματος τονισμού από τον Αριστοφάνη τον Βυζάντιο (3ος αι. π.Χ.), αφού όπως αναφέρει ο μεταγενέστερός του, Διονύσιος Αλικαρνασσεύς (1ος αι. μ.Χ.), πρόκειται για ένα σύστημα που μεταφέρει «άδουσες πληροφορίες». 
    Η επαφή των Πατέρων της Εκκλησίας με την επιστήμη της Ρητορικής και της Φιλολογίας έθεσε το προσωδιακό σύστημα στην υπηρεσία της διδασκαλίας της Εκφωνητικής Τέχνης με σκοπό να απαγγέλλονται σωστά και ομοιότροπα τα αναγνώσματα στη Λατρεία. Μεταξύ αυτών ήταν ο Αγ. Αθανάσιος ο Μέγας, ο Αγ. Επιφάνιος Κύπρου και ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Σταδιακά, τα σημάδια που χρησιμοποιήθηκαν καθιερώθηκαν ως ένα σύστημα Εκφωνητικής Σημειογραφίας με κανόνες και συγκεκριμένο τρόπο χρήσης και λειτουργίας, το οποίο ήκμασε τους τελευταίους αιώνες της 3ης χιλιετίας και εξαφανίστηκε μετά τον 14ο αι. Μπορεί κανείς να εντοπίσει αυτά σε σημάδια σε Ευαγγελιστάρια, Πραξαποστόλους και Προφητολόγια. Ο Αγ. Συμεών Θεσσαλονίκης, επίσκοπος της πόλης λίγο πριν την οθωμανική της κατοχή, επισήμανε στα έργα του πως ότι τίποτε δεν λέγεται «άνευ μέλους». 
    Από εκείνο το σημείο και μέχρι τα χρόνια της Νέας Μεθόδου υπάρχει ένα μεγάλο κενό. Είναι λογικό η Τέχνη να μην παύει να εφαρμόζεται, ωστόσο, δεν είναι γνωστό με ποιον τρόπο και αν έφτασε αυτούσια έως ότου καταγράφηκε από τη Νέα Μέθοδο. Δεν είναι απίθανο, ωστόσο, να απαντάται σε αυτή τη μορφή ήδη από τα χρόνια του Πέτρου Λαμπαδαρίου. 
    Σύμφωνα με τον Κυριακό Φιλοξένη, που ασχολήθηκε με την ιστορία της Βυζαντινής Μουσικής, η πρώτη καταγραφή Εμμελούς Απαγγελίας έγινε από τον Γρηγόριο τον Πρωτοψάλτη. Αυτό πιθανώς συνέβη μεταξύ των ετών 1814, όταν και εφαρμόστηκε για πρώτη φορά η Νέα Μέθοδος, και 1821, έτος κοίμησης του επιφανούς Πρωτοψάλτη. Χαρακτηριστικά, ο Κ. Φιλοξένης αναφέρει στο «Λεξικόν» του πως ο Γρηγόριος έχει τονίσει στη Νέα Μέθοδο το αποστολικό ανάγνωσμα του Ευαγγελισμού «ὅ ἁγιάζων καὶ οἱ ἁγιαζόμενοι ἐξ ἑνὸς πάντες» και το ευαγγελικό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου «Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἀναστᾶσα Μαριὰμ». Υπογραμμίζει δε πως τα αναγνώσματα απαγγέλλονται σε ήχο Δ’ με την εναρμόνιο έξω φθορά του Δι, αυτή που ονόμαζαν οι Βυζαντινοί «ημίφθορον» και οι Άραβες αποκαλούν «νισαμπούρ». Με άλλα λόγια, πρόκειται για την χρόα του «κλιτού». Αξίζει, βέβαια, να αναφερθεί πως οι συγκεκριμένες σημειώσεις δεν σώζονται. 
    Μερικές δεκαετίες αργότερα, και για την ακρίβεια το 1854, ο Άντον Παν, μαθητής του Πέτρου - Μανουήλ Εφεσίου, και κατ’ επέκτασιν «μουσικός εγγονός» του Γρηγορίου Πρωτοψάλτου, κατέγραψε στη Νέα Μέθοδο ένα αποστολικό και ένα ευαγγελικό ανάγνωσμα στα Ρουμανικά. Οι καταγραφές αυτές δημοσιεύτηκαν στο «Ειρμολόγιο Καταβασιών» του, χωρίς να βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση με τα υπόλοιπα περιεχόμενα μέλη του τόμου. Όπως είναι γνωστό, ο Πέτρος - Μανουήλ από την Έφεσο της Μικράς Ασίας σπούδασε την Ψαλτική Τέχνη στην Πατριαρχική Σχολή παρά τους πόδας του Γρηγορίου και εν συνεχεία έφυγε στη Βλαχία για να διδάξει στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες την νέα μουσική γραφή. Επομένως, γίνεται κατανοητό το πόσο στενή είναι αυτή η «μουσική συγγένεια» ανάμεσα στον Άντον Παν και τον Γρηγόριο. Η ανακάλυψη και η δημοσίευση αυτής της πληροφορίας οφείλεται στον Καθηγητή Μουσικολογίας Εμμ. Γιαννόπουλο, ο οποίος αναφέρθηκε στην ύπαρξη αυτής της καταγραφής στον τόμο που παρουσίασε κατά το παρελθόν έτος (2019) και ήταν αφιερωμένος στη ζωή και το έργο του Πέτρου - Μανουήλ Εφεσίου. 
    Πιο συγκεκριμένα, τα δύο αναγνώσματα είναι καταγεγραμμένα στην φυσική διατονική κλίμακα, ωστόσο, με βάση τον άνω Νη΄ με τη χρόα του κλιτού. Πέρα από αυτά, έχουν σημασία τα όσα επισημαίνει ο τονιστής σε ένα σημείωμα πριν από την καταγραφή, στο οποίο αναφέρει πως ο καθένας παίρνει το ίσον σύμφωνα με τις φωνητικές του δυνατότητες και πως το αποστολικό ανάγνωσμα δεν δέχεται μουσικές επιμηκύνσεις, όπως το ευαγγέλιο, παρά μόνο στη κατάληξη. Είναι εξαιρετικά σημαντική μια τέτοια παρατήρηση, αφού για τον Άντον Παν, και πιθανώς για τους συγχρόνους του, φαίνεται πως έχει μεγαλύτερη σημασία το πώς απαγγέλλεται το ανάγνωσμα και όχι από ποιο τονικό ύψος. 
    Ο Γ. Ραιδεστηνός, μεταγενέστερος του Παν, καταγράφει και αυτός ένα ευαγγελικό ανάγνωσμα με όμοια μελωδική πλοκή ως προς το προηγούμενο. Αξίζει να αναφερθεί, πως αν και μαθητής του Κωνσταντίνου Πρωτοψάλτου, ενός υπερμάχου της Παλαιάς Μεθόδου και κατ’ επέκτασιν της αποστήθισης των μαθημάτων, καταγράφει το ανάγνωσμα με έναν «υπερ-αναλυτικό» τρόπο. Το παρόν δημοσιεύτηκε πρόσφατα στη «Θεία Λειτουργία» του συγγραφέα, την οποία εξέδωσε ο Σύλλογος Ιεροψαλτών Αλεξανδρουπόλεως. 
    Αδιαμφισβήτητης σημασίας και αξίας είναι το πρώτο ηχητικό ντοκουμέντο εμμελούς απαγγελίας από τον Άρχοντα Πρωτοψάλτη της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Ιάκωβο Ναυπλιώτη, το οποίο χρονολογείται μεταξύ των ετών 1913 - 1915. Ο Αστ. Δεβρελής στο βιβλίο του «Μορφές» κάνει λόγο για την εκπαίδευση που λάμβαναν οι Κωνσταντινουπολίτες ψάλτες, και δη τα μέλη των Πατριαρχικών Αναλογίων. Χαρακτηριστικά υπογραμμίζει πως ο Γερ. Κανελλίδης, ο Κυρ. Ιωαννίδης ο Καλόγηρος και ο Γ. Ραιδεστηνός ο Πρωτοψάλτης συμβούλευαν στον νεαρό Ιάκωβο να μαθαίνει από στήθους τα μαθήματα, κάτι που και ο ίδιος συνήθιζε να κάνει και ως Πρωτοψάλτης για τα μαθήματα των Κυριακών και των Εορτών. Από αυτό το είδος διδασκαλίας, ως εικός, δεν θα μπορούσε να απουσιάζει η εκμάθηση των μελωδικών θέσεων της Τέχνης της Εκφώνησης. 
    Μουσικολογικά, η ερμηνεία του Ναυπλιώτη είναι όμοια σε πολύ μεγάλο βαθμό με την καταγραφή του Άντον Παν. Με άλλο λόγια, ο Πρωτοψάλτης απαγγέλλει σε φυσική διατονική κλίμακα, με βάση τον άνω Νη΄ επί του οποίου τίθεται η χρόα του κλιτού. Σημειωτέον πως το αποστολικό ανάγνωσμα αποδίδεται λιγότερο μελωδικά από το ευαγγελικό. Ελάχιστες συλλαβές ξεπερνούν τη διάρκεια ενός χρόνου, κάτι που παρατηρείται συχνότερα στο ευαγγελικό ανάγνωσμα. Οι καταληκτήριες φράσεις, σαφώς μελωδικότερες και στους δυο τύπους αναγνωσμάτων, ομοιάζουν και αυτές προς την καταγραφή του Άντον Παν, καθώς παρατηρείται μια κατάβαση τεσσάρων φωνών (δηλ. πτώση στον Γα), εν συνεχεία μια ανάβαση που υπερβαίνει τη βάση της εκφώνησης και, τέλος, επιστροφή σε αυτήν. 
    Αυτό που, όμως, είναι πραγματικά άξιο θαυμασμού είναι το αποτέλεσμα μια προσωπικής αναλυτικής συγκριτικής μελέτης πέντε χειρόγραφων κωδίκων τονισμένων με εκφωνητική σημειογραφία, από μια περίοδο τεσσάρων αιώνων, με την ηχογράφηση του Ιάκωβου Ναυπλιώτη, η οποία παρουσιάστηκε με λεπτομέρεια στην διπλωματική μου εργασία. Οι θεωρίες μουσικολόγων και ερευνητών περί υποθετικής μελωδικής πορείας των σημαδίων της εκφωνητικής σημειογραφίας με βάση την ετυμολογία των ονομάτων και το σχήμα τους φαίνεται πως βρίσκουν έδαφος στον τρόπο ερμηνείας του Πρωτοψάλτη. Ο Ναυπλιώτης ακολουθεί κατά κανόνα τον ίδιο χωρισμό κειμένου με τα κώλα που ορίζουν οι χειρόγραφοι κώδικες, ακολουθεί τις ανοδικές ή καθοδικές μελωδικές κινήσεις που υποθετικά ορίζουν τα συγκεκριμένα σημάδια και, τέλος, όταν στους κώδικες συναντώνται τα διπλά σημάδια στην κατάληξη ο Πρωτοψάλτης γίνεται πιο μελωδικός. Όσον αφορά στη σύμπνοια απόδοσης της πρώτης σωζόμενης ηχητικής καταγραφής και των εκφωνητικών σημαδίων, υπάρχει ένα ποσοστό ταύτισης της τάξης του 65%, όχι πολύ μεγάλο, αλλά αξιοσημείωτο για την απόδειξη της δυναμικής της προφορικής παράδοσης. 
    Εν τούτοις κατά τον 20ο αι., και ιδιαίτερα κατά το β’ μισό, φαίνεται πως τα ευκόλως «εκφωνούμενα», παραλείπονται. Λαμβάνοντας κανείς υπ’ όψιν τις ηχογραφήσεις που υπάρχουν είτε ανηρτημένες στο διαδίκτυο είτε σε προσωπικά αρχεία (πχ. κασέτες, δίσκους κ.λπ.) εύκολα μπορεί να διαπιστώσει πως υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα σε αυτές τις ερμηνείες και τις πρώτες καταγραφές. Οι απαγγέλλοντες συνηθίζουν να παρεκκλίνουν από την εκφώνηση σε φυσική διατονική κλίμακα, άλλοτε προσωρινά, άλλοτε καθ’ όλη την απαγγελία. Πολλές φορές μάλιστα, υπάρχει η συνήθεια της μετατόπισης της αρχικής βάσης κατά μισή ή μία φωνή μέχρι και κατά μία ολόκληρη κλίμακα. Παράλληλα, παραγκωνίζεται ο λόγος για χάρη της μουσικής φαντασίας ή της ευστροφίας της φωνής. 
    Το καλοκαίρι του 2018, διενεργώντας μια σειρά συνεντεύξεων με μεγάλες μουσικές προσωπικότητες της Θεσσαλονίκης και του Αγίου Όρους για χάρη της διπλωματικής μου εργασίας , διαπίστωσα πως η Εμμελής Απαγγελία είναι ένα στοιχείο της Ψαλτικής Τέχνης, κατά κανόνα αμετάβλητο και ανεπηρέαστο. Οι πέντε συνεντεύξεις από τον Άρχοντα Πρωτοψάλτη της Αγιωτάτης Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως Χαρίλαο Ταλιαδώρο, τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Ροδοστόλου κ. Χρυσόστομο, τον Οσιότατο Γέροντα Δανιήλ των Δανιηλαίων, τον καθηγητή Βυζαντινής Μουσικής Αστέριο Δεβρελή και τον αείμνηστο καθηγητή Ευρωπαϊκής και Βυζαντινής Μουσικής Θεόδωρο Γωγοβίτη, είχαν ως κοινό παρονομαστή τον σεβασμό στο λόγο, την τήρηση των σημείων στίξης και την λιτότητα της μουσικής επένδυσης της απαγγελίας. Μάλιστα, οι δύο Αγιορείτες κληρικοί φρόντισαν να με ενημερώσουν και για τη σπουδαιότητα της δωρικής απαγγελίας, όταν αυτή αποτελεί διακόνημα κάποιου μοναχού χωρίς μουσική κατάρτιση. 
    Παράδοξο είναι, ωστόσο, πως οι τρεις λαϊκοί ψάλτες πολλές φορές έκαναν χρήση των νεωτερικών στοιχείων, όπως η χρήση άλλων κλιμάκων ή η μελισματική επιμήκυνση των μουσικορητορικών ενοτήτων σε σημεία που κρίνονται σημαντικά, αλλά δεν αποτελούν αντικείμενο διδασκαλίας προς τους μαθητές τους. Το μόνο από τα στοιχεία που φαίνεται να θεωρούν απαραίτητο ως «εργαλείο» στην Τέχνη της Εκφώνησης είναι η τονική μετατόπιση της βάσης σε περίπτωση μεγάλου αποστολικού αναγνώσματος, όπως του Αγ. Στεφάνου. Αυτό συμβαίνει γιατί η φωνή καταπονείται ορισμένες φορές ή άλλες φορές κρίνεται απαραίτητο να τονιστεί το περιεχόμενο κάποιου σημείου. Αυτό συνηθίζουν και οι ψάλτες με θητεία στο Πατριαρχείο, αλλά εκτός του Πάνσεπτου Πατριαρχικού Ναού, όπως ο Θρ. Στανίτσας ή ο Β. Εμμανουηλίδης. Όλα τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από τις ερμηνείες των μαθητών τους, που φροντίζουν να ακολουθούν κατά γράμμα τις συμβουλές περί λιτής και απέριττης εκτέλεσης, με έμφαση στον λόγο, τήρηση των σημείων στίξης, χρήση της φυσικής διατονικής κλίμακας με τη χρόα του κλιτού και με βάση αυτή που τους επιτρέπει η φωνή τους. 
    Επομένως, είναι πολύ λογικό να γίνει μία αναφορά σε αυτό που ονομάζεται διδασκαλία της Εκφωνητικής Τέχνης. Ο Ιάκωβος Ναυλιώτης, όπως φαίνεται, διδάχθηκε αυτήν την Τέχνη ακουστικά, κάτι το οποίο μιμήθηκαν ο Κ. Πρίγγος, ο Θεμ. Γεωργιάδης, ο Θρ. Στανίτσας κ.ά. Αλλά και οι μαθητές τους προτρέπουν ακόμα και σήμερα τους σπουδαστές της Βυζαντινής Μουσικής να τρέξουν στα αναλόγια και να ακούσουν εκεί το πώς απαγγέλλεται το κάθε ανάγνωσμα. Ο Χαρίλαος Ταλιαδώρος στην ερώτηση αν ποτέ αυτός παρακολούθησε ειδικό μάθημα Εμμελούς Απαγγελίας ή αν κάποτε κλήθηκε να το διδάξει μου απάντησε: «Αυτά τα πράγματα δε μαθαίνονται σε τάξεις. Θα πας στο αναλόγιο να τα ακούσεις από έναν καλό δάσκαλο και μετά θα τα πεις». 
    Ωστόσο, κατά καιρούς γεννήθηκε η ανάγκη να βρεθεί ένα τρόπος διδασκαλίας, ο οποίος κάποιες φορές ήταν μάλλον αρκετά ευφάνταστος. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η «επιστολή προς Αναγνώστας της Οικουμένης» που μιμείται ένα αποστολικό ανάγνωσμα. Ουσιαστικά, πρόκειται για έναν τύπο διδασκαλίας πολύ κοντά σε αυτό που οι παλαιοί ονόμαζαν «μέθοδος». Ο μαθητής μαθαίνει μελωδικές φράσεις καταγεγραμμένες στη Νέα Μέθοδο, το κείμενο των οποίων εξυπηρετεί το πότε και πώς χρησιμοποιείται (πχ. «Ἡ τελεία, ἐκτὸς θέσεως τινῆς σπανίας, πάντοτε καταλήγει εἰς τὸν Δι.» ή «Καὶ τοῦ θαυμασμοῦ ἡ θέσις, πῶς ἐκτελεῖτε; Οὐδὲν παράδοξον! ἀγγίζοντας τὸν Κε, ἐπακολουθούντως διφωνίας!»). Αυτή η διδακτική μέθοδος εξασκεί τη μνήμη των μαθητών ώστε να αποστηθίζουν ευκολότερα τις θέσεις που αρμόζουν σε κάθε περίπτωση. Παρόλα αυτά, αυτός ο τρόπος διδασκαλίας δεν είχε απήχηση και οι περισσότεροι δάσκαλοι της ψαλτικής παρέμειναν σταθεροί στην άποψη πως ο μαθητής διδάσκεται ακούγοντας στο αναλόγιο. 
    Συλλήβδην, όπως γίνεται αντιληπτό, η Τέχνη της Απαγγελίας είναι ριζωμένη πολύ βαθιά στον χρόνο. Στα χρόνια, όμως, της Νέας Μεθόδου και συγκεκριμένα κατά τον 20ο αι. η παραδοσιακή ερμηνεία αυτής της Τέχνης δέχτηκε επιρροές και νεωτερισμούς. Αν και πολλοί από τους απαγγέλλοντες τούς ενέταξαν κατά καιρούς στο ρεπερτόριό τους, δεν θεώρησαν αναγκαίο το γεγονός πως πρέπει να διαδοθούν και στους μαθητές τους. Η από στήθους διδασκαλία και η επίγνωση των στελεχών των πατριαρχικών αναλογίων που επιζητούν να διασώσουν την μακραίωνη παράδοση αποτέλεσαν καθοριστικό παράγοντα για να φτάσει ως τις μέρες μας μια τέχνη ακέραια τουλάχιστον κατά τους τελευταίους δυόμισι αιώνες. Έτσι, αποδεικνύεται πως η διδασκαλία και η εκμάθηση του ύφους της Εμμελούς Απαγγελίας μπορούν να διασωθούν σε αυτό που ονομάζουμε προφορική παράδοση.


Ελήφθησαν υπ΄ όψιν:
- Τσάγγαλη Κ. Χρήστου, Τέχνη ραψωδική - Η απαγγελίας της επικής ποίησης, Θεσσαλονίκη 2018, σσ. 17, 30 - 31, 36 - 37, 50, 53 - 54.
- Φλώρου Κωνσταντίνου (Μτφρ. Κων. Κακαβελάκης), Η ελληνική παράδοση στις μουσικές γραφές του Μεσαίωνα, Θεσσαλονίκη 1998, σσ. 114 - 115.
- Στάθη Θ. Γρηγορίου, «Η ιστορία και παρουσίαση της εκφωνητικής σημειογραφίας», Συμβολή στη μνήμη Γεωργίου Στ. Αμαριανάκη (1936 - 2003), Αθήνα 2013, σσ. 340 - 341,  343.
- Φιλοξένους Κυριακού, Λεξικόν της Μουσικής, Κωνσταντινούπολις 1868, σ. 23.
- Pann Anton, Irmologiŭ Catavacier, Boukouresti 1854, σσ. 251 - 254.
- Γιαννοπούλου Εμμανουήλ, Πέτρου Μανουήλ Εφεσίου, Πολυέλεοι και Εκλογές - Αναστάσιμα Εωθινά Δοξαστικά, Θεσσαλονίκη 2019, σσ. μη΄- μθ΄.
- Ραιδεστηνού Γεωργίου, Άπαντα της Θείας και Ιεράς Λειτουργίας Μαθήματα, Αλεξανδρούπολη 2019, σσ. 32 - 36.
- Αλυγιζάκη Ε. Αντωνίου, «Η εκφωνητική ψαλτική πράξη· τα ‘’χύμα’’ και τα ‘’εκφώνως’’ αναγνώσματα», Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Ψαλτικής Τέχνης, Αθήνα 2001, σσ. 129 - 134.
- Δεβρελή Κ. Αστερίου, Πηδάλιον Βυζαντινής Μουσικής - Μορφές της Ψαλτικής Επιστήμης, Θεσσαλονίκη 2014, σσ. 8 - 9.
- Σέφκα Άγγελου, Η Εκφωνητική Τέχνη και Σημειογραφία στην Ψαλτική (9ος αι. - 14ος αι. & 19ος αι. 21ος αι.), Θεσσαλονίκη 2019, σσ. 60 - 101, 152 - 172.
https://analogion.com/forum/index.php?threads/Πώς-θα-πρέπει-να-γίνεται-η-απαγγελία-του-Αποστόλου.4847/page-5 (Ημερ. Προσπέλασης: 12/6/2019)