Άγγελος Βουδούρης
«ὁ ἐπιστήμων μουσικὸς καὶ μύστης»
Ελλογιμότατοι κ. καθηγητές,
αξιότιμοι μουσικολόγοι και αγαπητοί φιλόμουσοι,
ίσως, κάποιες
φορές, μοιάζει τετριμμένο και κάπως υποκριτικό να περιμένουμε ένα συγκεκριμένο
χρονικό σημείο για να αποδώσουμε την δέουσα προσοχή, αναγνώριση και τιμή σε
κάποιο σπουδαίο πρόσωπο. Ωστόσο, είναι και άλλες τόσες οι φορές που φαίνεται να
είναι η μοναδική λύση που εξυπηρετεί την πραγματική αναγνώριση του έργου
ορισμένων επιφανών ανθρώπων. Και «ἔχει μεγάλην ἀνάγκην ἀπὸ ἐπιστήμονας μουσικοὺς
καὶ μύστας αὐτῆς ἡ μουσικὴ τέχνη, διότι μόνον αὐτοὶ εἰμποροὺν νὰ τὴν ἐξυπηρετήσουν
ἐπιστημονικῶς», έγραψε ένας τέτοιος άνθρωπος, ο Άγγελος Βουδούρης, ο Α’
Δομέστικος της Μεγάλης Εκκλησίας, εκείνος που υπέρηξε όντως «ὁ ἐπιστήμων μουσικὸς
καὶ μύστης». Έχοντας, λοιπόν, ως αφορμή το επετειακό έτος 2024 που συνδέεται με
τις γεννήσεις ή τις εκδημίες σπουδαίων προσωπικοτήτων της Δυτικής Μουσικής που
συσχετίστηκαν και με την αντίστοιχη εκκλησιαστική μουσική, θεώρησα ότι μια
ολιστική εξέταση της δράσης του Άγγελου Βουδούρη, θα ήταν μάλλον κατ’ αναλογίαν
η πρέπουσα αντιπροσωπεύοντας την Ανατολική Εκκλησιαστική Μουσική. Γι’ αυτόν τον
λόγο η παρούσα εισήγηση εστιάζει αφενός στην εργοβιογραφία του, όπως
σκιαγραφείται μέσα από τα Μουσικολογικά του Απομνημονεύματα, και αφετέρου σε
μία συγκριτική προσπάθεια ανάδειξης της διαχρονικότητας της προφορικής ψαλτικής
παράδοσης, όπως αυτή διασώζεται στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό.
Ο βίος του
Άγγελου Βουδούρη είναι λίγο - πολύ γνωστός και από άλλες μελέτες. Εν τούτοις,
κρίνεται απαραίτητη η αναφορά σε αυτή από μία άλλη έποψη, που εστιάζει κυρίως
στο σχολιασμό γεγονότων και καταστάσεων υπό το πρίσμα του ίδιου του
πρωταγωνιστή, προκείμενου να γίνει κατανοητή η συμπεριφορά, οι αποφάσεις αλλά
και το όραμά του. Αυτό σε μεγάλο βαθμό εξηγεί γιατί υπήρξε ένας σημαντικός
«κρίκος» στην «αλυσίδα» της πατριαρχικής ψαλτικής παράδοσης.
Ο Βουδούρης
γεννήθηκε το 1891 στο Ταϊφύριο της Καλλίπολης στη Θράκη και αποτέλεσε μέλος
μιας οικογένειας της οποίας ο ένας γιος, ο Μιλτιάδης, υπήρξε ψάλτης και
μουσικοδιδάσκαλος. Η επαφή του με την Ψαλτική δεν άργησε να έρθει, αφού σύντομα
έγινε κανονάρχης της τοπικής ενορίας και αρκετά συχνά επωμιζόταν την διακονία
της εμμελούς απαγγελίας των αποστολικών αναγνωσμάτων. Αυτό που σύντομα κατάλαβε
και αποτελούσε ένα από τα χαρακτηριστικότερα και, παράλληλα, σημαντικότερα
εργαλεία της μετέπειτα πορείας και του έργου του ήταν η απομνημόνευση μελωδικών
θέσεων/γραμμών (μοτίβων). Επρόκειτο για ένα ταλέντο που εκμεταλλεύτηκε ουκ
ολίγες φορές τα επόμενα χρόνια και για να υιοθετήσει το ψαλτικό ύφος του
Πατριαρχικού Ναού αλλά και για να καταγράψει την παράδοσή του.
Από το 1903
μέχρι το 1907 μαθήτευσε στο «Σχολαρχεῖον» της Καλλίπολης και φρόντιζε η
παραμονή του να εφαρμόζει «τὸ τερπὸν μετὰ τοῦ ὡφελίμου». Έτσι, πήγαινε να
ακούει τους καλύτερους ψάλτες της περιοχής με κριτήριο την ηδυφωνία και τον
όγκο της φωνής τους. Εκεί διαπίστωσε και ένα ακόμα χάρισμα που είχε· εκείνο της
επιτυχούς μίμησης των ψαλτών που άκουγε, κάτι που επιχειρούσε συχνά - πυκνά
μεταξύ φίλων να εξασκεί και να παρουσιάζει. Με το τέλος των σπουδών του στην
Καλλίπολη, μετακόμισε στις Κυδωνιές, όπου γράφτηκε στο «Γυμνάσιον» και
ταυτόχρονα ξεκίνησε τα μαθήματα μουσικής με τον αδελφό του Μιλτιάδη. Ωστόσο, η
κατάσταση αυτή κράτησε μόλις έναν χρόνο, καθώς το 1908 βρέθηκε ιεροσπουδαστής
στη Σχολή της Χάλκης.
Όσο και αν το
γεγονός της εγκατάστασής του στην Χάλκη τον γέμιζε χαρά και ικανοποίηση και
αναλογιζόταν συγχρόνως το βάρος και την ευθύνη της Θεολογίας, στον αντίποδα αυτής
της κατάστασης βρισκόταν ο δάσκαλος της Ψαλτικής, Γεώργιος Πρωγάκης. Σύμφωνα με
τον Βουδούρη, ο Πρωγάκης ήταν «ἀκατάλληλος» για το έργο της διδασκαλίας από
πολλές απόψεις. Αρχικά, η φωνή του ήταν αρκετά περιορισμένη σε έκταση και ήταν
εύκολο να αντιληφθεί κανείς την «ῥινοφωνία» του. Πέρα από αυτό, όμως, ο νεαρός
Βουδούρης διέκρινε πως ο τρόπος διδασκαλίας του δεν ήταν ο ορθότερος ενώ
παράλληλα οι θεωρητικές του γνώσεις ήταν περιορισμένες. Αποτέλεσμα αυτών ήταν
το χαμηλό επίπεδο Ψαλτικής των ιεροσπουδαστών, με εξαίρεση τον ιεροδιάκονο
Γρηγόριο Ιβηρίτη, που οι γνώσεις τις οποίες είχε λάβει από το Άγιον Όρος
έμοιαζαν με μία πρόσκαιρη λύση για τον Βουδούρη, που φρόντιζε να έχει πολλές
επαφές και συζητήσεις μαζί του για να εμπλουτίσει τις γνώσεις του. Κάθε του
πράξη και σκέψη εστίαζε στο πώς θα γίνει καλύτερος στη μουσική, πώς θα μάθει το
βαθύτερο και ουσιαστικότερο περιεχόμενό της, πώς θα γίνει κτήμα του στην
ολότητά της. Για τον λόγο αυτό, επεδίωκε να έχει σχετική άδεια για να πηγαίνει
στο Φανάρι. Ο Πατριαρχικός Ναός για τον Άγγελο Βουδούρη υπήρξε ένα ψαλτικό και
λειτουργικό καταφύγιο. Ο θαυμασμός του για τον Πρωτοψάλτη Ιάκωβο Ναυπλιώτη και
τον Λαμπαδάριο Κωνσταντίνο Κλάββα δεν άργησε να εκδηλωθεί και από τη στιγμή της
γνωριμίας τους πύκνωσε και η συχνότητα των επισκέψεων του. Οι φωνές και ο
τρόπος ψαλμώδησης τον ενθουσίαζαν και συνδυαστικά με την λειτουργική πράξη
έμοιαζαν στο μυαλό του Βουδούρη με στιγμές από το ένδοξο παρελθόν της Πόλης.
Αυτό, όμως, που
έδωσε πραγματικά στον νεαρό ιεροσπουδαστή μια άλλη οπτική της Ψαλτικής ήταν η
συνάντηση του με τον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ’. Η συνάντηση αυτή έγινε στη Χάλκη,
όταν ο κυρός Ιωακείμ άκουσε τον Βουδούρη να ψάλλει και του εξήρε το ενδιαφέρον.
Η κλήση στο γραφείο του και η μεταξύ τους συνομιλία συνοδεύτηκε από την
προτροπή του Πατριάρχη να επισκεφτεί το Άγιον Όρος. Η προτροπή έγινε
πραγματικότητα το 1912 όταν ο Βουδούρης πήγε στο Άγιον Όρος και διέμεινε
περίπου δύο μήνες. Κατά τους δύο αυτούς μήνες φρόντισε να επισκεφτεί τις
βιβλιοθήκες και να μελετήσει τα μουσικά χειρόγραφα σχεδόν όλων των Μονών, κάτι
που του χάρισε πλήθος απαντήσεων σε πολλά ερωτήματα που βασάνιζαν το νεανικό,
πλην όμως φιλόμουσο, μυαλό του και του δημιούργησαν άλλα τόσα τα οποία είχε
βάλει σκοπό της ζωής του να απαντήσει. Δυστυχώς, όμως, η εκδημία του Πατριάρχη
Ιωακείμ ήρθε για να βάλει «φρένο» στις μουσικολογικές αναζητήσεις του και να
ανατρέψει τα σχέδια του.
Παρά ταύτα, η
γνωριμία του με τον Ναυπλιώτη και τον Κλάββα έφερε στο προσκήνιο μια πρόταση,
που μάλλον του φάνηκε απρόσμενη. Η πρόταση αυτή αφορούσε στην ανάληψη
καθηκόντων Δομεστίκου τον Πατριαρχικό Ναό. Και ενώ φάνταζε η καλύτερη δυνατή
εξέλιξη, αντιθέτως, ο Βουδούρης την αρνήθηκε λόγω των σπουδών του αλλά και
διότι δεν ήταν σίγουρος αν επιθυμούσε να λάβει τον τίτλο του ψάλτη επί πληρωμή,
αφήνοντας πίσω την ιερή Επιστήμη της Θεολογίας. Είχε, όμως, την χαρά να
απολαμβάνει την ψαλτική δεινότητα του Ιάκωβου Ναυπλιώτη εκ του σύνεγγυς, αφού ο
Πρωτοψάλτης ανέλαβε ρόλο μουσικοδιδασκάλου στη Χάλκη το 1914. Η διαρκής αυτή
επαφή του Βουδούρη με τον Ναυπλιώτη του έδωσε να καταλάβει πως ο Πρωτοψάλτης
ήταν αρκετά δύσκολος στο να μοιραστεί σκέψεις και μυστικά που αφορούσαν το
περίφημο «πατριαρχικό ύφος» του ψάλλειν, κάτι που από τη μία τον απογοήτευε
αφού δεν ευνοούσε την εμβάθυνση που επιθυμούσε, αλλά από την άλλη τον γοήτευε ο
μυστηριώδης χαρακτήρας του όντως «μύστη» της μακραίωνης παράδοσης.
Τα επόμενα
χρόνια, έχοντας ολοκληρώσει τις σπουδές του στην Χάλκη και έχοντας αναλάβει
καθήκοντα αριστερού ψάλτη στην κοινότητα της Πριγκίπου και αργότερα δεξιός στην
Ευαγγελίστρια των Ταταούλων, γνώρισε τον Νηλέα Καμαράδο (1915) και τον Γεώργιο
Παπαδόπουλο (1917). Ο μεν πρώτος είχε τη φήμη του καλού ψάλτη και δασκάλου αλλά
ουδέποτε απάντησε με ακρίβεια σε απορίες του γεμίζοντας τον Βουδούρη με
συναισθήματα αποστροφής, σχετικά με το γεγονός πως δεν γίνεται ένας ψάλτης
εγνωσμένου κύρους να μην μπορεί να απαντήσει στα ερωτήματά του. Ο δε
Παπαδόπουλος, παρά το ότι ήταν πρόεδρος του Μουσικού Συλλόγου και οπλισμένος με
μουσικολογικές γνώσεις αλλά όχι ψαλτικές εμπειρίες, τον έσπρωξε σε σκέψεις
προβληματισμού για το πώς, αρχικά, λειτουργεί ο Σύλλογος, τί καταφέρνει και αν,
τελικά, αποτελεί έναν μηχανισμό οικονομικής ενίσχυσης.
Στους
προβληματισμούς του ήρθε να προστεθεί η δράση του Παγκρατίου Βατοπαιδινού, ο
οποίος δε δίσταζε να προτείνει την άποψη πως η Ψαλτική πρέπει να εξελιχθεί και
να πατήσει στα χνάρια της δυτικής μουσικής και πιο συγκεκριμένα στην
τετραφωνία. Ο Βουδούρης, χωρίς δισταγμό, προχώρησε στην συγγραφή ενός
μουσικολογικού δοκιμίου που θεώρησε πως μπορούσε να «ξεγυμνώσει» τα φληναφήματα
του Παγκρατίου. Ο Ναυπλιώτης έγινε
κοινωνός των ιδεών του και τον προέτρεψε να το κοινοποιήσει, αλλά τελικά δε
φάνηκε να γίνεται αποδεκτό από όλη την ψαλτική κοινότητα της Πόλης. Τα επόμενα
τρία χρόνια, από το 1918 έως το 1921, μετοίκισε στην ευρύτερη περιοχή της
Σμύρνης. Ο Γέρων Εφέσου Ιωακείμ, θιασώτης της πατριαρχικής ψαλτικής παράδοσης,
συμμεριζόταν τις απόψεις του. Έτσι, το 1919 ξεκίνησε μια σειρά άρθρων που είχαν
στόχο να πλήξουν τη διάθεση των ψαλτικών και ιερατικών κύκλων που
υπερασπίζονταν την τετράφωνη ψαλμωδία. Άλλωστε, στη Σμύρνη διαπίστωνε συνεχώς
ότι ο Πρωτοψάλτης Νικόλαος και ο μαθητής του Μισαήλ Μισαηλίδης είχαν επηρεάσει
την Ψαλτική της πόλης, αφού απείχαν παρασάγγας από όσα πρέσβευε η παράδοση του
Πατριαρχείου.
Η μόνιμη
εγκατάστασή του στην Πόλη δεν άργησε να έρθει. Στα 1922 ανέλαβε το αναλόγιο του
Αγ. Γεωργίου στο Εδιρνέ Καπί και τον επόμενο χρόνο πήρε την άδεια
μουσικοδιδασκάλου. Αυτό, όμως, που υπήρξε το καθοριστικότερο σημείο της πορείας
του ήταν η νέα κλήση του στα πατριαρχικά αναλόγια, πριν από εκατό χρόνια
ακριβώς (1924). Βέβαια, για τον ίδιο δεν ήταν εύκολη απόφαση, ακόμα και όταν ο
Ναυπλιώτης πήρε την πρωτοβουλία να τον επισκεφτεί στο σπίτι του για να τον
πείσει. Τελικά, η αγάπη του για επιπλέον μουσικολογική μελέτη στην πατριαρχική
μουσική παράδοση δεν του άφησε περιθώρια για να αρνηθεί.
Για έναν
περίπου χρόνο συνεργάστηκαν με τον Ιάκωβο Ναυπλιώτη στον απόλυτο βαθμό και από
την πλευρά του ο Βουδούρης φρόντισε να παραλάβει όσα είχε να του παραδώσει ο
Πρωτοψάλτης, έστω και έμμεσα. Γι’ αυτό γράφει στα Απομνημονεύματά του: «Μέ τό
πλέον μεγαλύτερον ἐνδιαφέρον παρηκολούθησα εἰς τό ὑψηλόν του ἔργον τόν πρωτοψάλτην·
ἄλλωστε, διά τόν σκοπόν τοῦτον εὑρισκόμην παρά τό πλευρόν του. Ἐπεδίωκα νά
παραλάβω ἀπό αὐτόν ὅλον τό μουσικόν του περιεχόμενον. Ἔπρεπε νά δεσμεύσω τήν ἐν
τῷ πατριαρχικῷ ναῷ ἐπικρατοῦσαν τάξιν καί ἄγραπτην παράδοσιν. Καί διά νά ἐπιτύχω
τοῦτο, μετά τό τέλος ἑκάστης ἑορτῆς μικρῆς ἤ μεγάλης, δέν παρέλειπα τό νά σημειώνω
τήν τυπικήν τάξιν τοῦ ναοῦ, νά γράφω δέ καί τά μουσικά μέλη κατά τόν τρόπον τῆς
ἐκτελέσεως τοῦ διδασκάλου».
Υπήρξε, κατά
γενική ομολογία της Πατριαρχικής Αυλής, εκείνος που τον μιμήθηκε σχεδόν απόλυτα
στη φωνή, στο ύφος και στη στάση, κάτι που επεδίωκε με κάθε τρόπο. «Ἐκεῖνο τό ὁποῖον
ἔκαμνεν ἰδιαιτέρως αἴσθησιν εἰς τούς ἀκροατάς, ἦτο ὅτι οὗτοι δέν ἠμποροῦσαν νά
διακρίνουν ἐν τῷ ψάλλειν τόν πρωτοψάλτην ἤ τόν δομέστικον. Τοῦτο δέ προήρχετο ἐκ
τῆς καταπληκτικῆς συμφωνίας καί ὁμοιότητος τῶν φωνῶν», κάτι που προκαλούσε
τέτοια εντύπωση σε πολλούς αρχιερείς που ήταν συμπροσευχόμενοι στο Βήμα, ώστε
να βλέπουν τον Ναυπλιώτη στο Ιερό και να αναρωτιούνται πώς συνέβαινε αυτό ενώ
τον άκουγαν να ψάλλει.
Ωστόσο, αυτή η
περίοδος έληξε άδοξα, όταν το 1925 παύθηκε από τα καθήκοντα του ο Πρωτοψάλτης
λόγω της ελληνικής του υπηκοότητας. Για τον Βουδούρη υπήρξε ζήτημα τιμής και
έτι παραπάνω να κρατήσει τα παραδεδομένα και να φροντίσει ώστε να συνεχιστεί η
καθεστηκυία τάξη μέχρι την λύση του προβλήματος, κάτι το οποίο κατάφερε μέχρι
την έλευση του εκ Τραπεζούντος Τριαντάφυλλου Γεωργιάδη. Το γεγονός αυτό έκανε
τον Βουδούρη να νιώσει πώς παραγκωνίζεται ο αγαπημένος του Πρωτοψάλτης και ότι
επρόκειτο για μια ενέργεια που όχι μόνο δεν ήταν σοφή, αφού υπονομευόταν το
κύρος και η παράδοση των πατριαρχικών αναλογίων, αλλά και ύπουλη, θεωρώντας πως
πολλοί δεν επιθυμούσαν την παρουσία του Ναυπλιώτη εκεί και αυτό έφερε την
παραίτησή του.
Το καλοκαίρι
του 1926 επανήλθε ο Ναυπλιώτης, αλλά όχι και ο Βουδούρης ως δομέστικός του,
λόγω προβλημάτων υγείας. Οι σχέσεις τους κλονίστηκαν, αλλά ουδέποτε έπαψε το
ενδιαφέρον του Βουδούρη για την πατριαρχική ψαλτική παράδοση, αφού φρόντισε να
στείλει τους γιους του Κωνσταντίνο και Λεόντιο να γίνουν κανονάρχες του
Ναυπλιώτη. Παράλληλα εκείνος, όταν ανέκτησε τις δυνάμεις του, παρέμεινε εξίσου
πιστός και στο μουσικολογικό του έργο, όπως αποδεικνύεται και από τη σύνταξη
των καταλόγων των χειρογράφων του Μετοχίου του Παναγίου Τάφου αλλά και του
Μετοχίου του Σινά στην Πόλη. Συγχρόνως δεν παρέλειπε να προσπαθεί να μελετά τις
Βιβλιοθήκες του Πατριαρχείου αλλά και του Ιάκωβου Ναυπλιώτη.
Μέχρι το τέλος
της ζωής του κατάφερε να εκδώσει πλήθος από άρθρα και μελέτες μουσικολογικού
και θρησκευτικού περιεχομένου. Εν τούτοις, το πιο μεγάλο και σπουδαίο του έργο
εκδόθηκε σαράντα και πλέον χρόνια μετά τον θάνατό του. Πρόκειται για σχεδόν
8000 χειρόγραφες σελίδες που περιλαμβάνουν καταγραφές του από τη θητεία του ως
Άρχοντος Α’ Δομεστίκου του Πατριαρχείου και αφορούν την Οκτάηχο, το
Αναστασιματάριο, το Ειρμολόγιο, τα Μηναία, το Δωδεκαήμερο, το Τριώδιο, τη
Μεγάλη Εβδομάδα, το Πεντηκοστάριο, διάφορα μαθήματα, ένα τυπικό, μία Εισαγωγή
στη Βυζαντινή Μουσική, Συγγράμματα, Μελέτες και τα Απομνημονεύματά του. Το έργο
αν και εγκρίθηκε ως αυθεντικό από τον Πρωτοψάλτη Ιάκωβο Ναυπλίωτη, η παραίτηση
του Πατριάρχη Μάξιμου Ε’, δεν ευόδωσε την έκδοση. Η έκδοση έγινε από 1996 μέχρι
το 1998 από τα παιδιά του με την επίβλεψη της μουσικολόγου Ολυμπίας Τολίκα στην
Αθήνα.
Τι είναι, όμως,
αυτό που κάνει το έργο του τόσο ξεχωριστό; Οι χιλιάδες σελίδες του ή μήπως το
εύρος των ακολουθιών που καταγράφονται μαζί με τις σημειώσεις των διατάξεων; Μάλλον
όλα αυτά αλλά κυρίως η πιστότητα της καταγραφής της τάξης και του ύφους της
Μεγάλης Εκκλησίας στα χρόνια του μεγαλοπρεπούς Πρωτοψάλτου Ιακώβου Ναυπλιώτου.
Ο Ναυπλιώτης δεν ήταν απλά ένας πρωτοψάλτης που η καλλιφωνία του ήταν αρκετή
για να θέλει κάποιος να τον μιμηθεί. Ήταν ένα άτομο που συγκέντρωνε στο πρόσωπό
του την εμπειρία εξήντα ετών από τα πατριαρχικά αναλόγια (1876 - 1939), την
μαθητεία σε δασκάλους γνώστες της Παλαιάς Μεθόδου, όπως ο Γεώργιος Ραιδεστηνός
που ήταν με τη σειρά του μαθητής του ακραιφνούς οπαδού αυτής της Παλαιάς
Μεθόδου Κωνσταντίνου Πρωτοψάλτου. Άλλωστε και ο Βουδούρης όλα αυτά τα
αντιλαμβανόταν και μεταξύ άλλων υποστήριζε πως η Παλαιά Μέθοδος στα τελευταία
στάδια της, της εποχής του Πέτρου Λαμπαδαρίου και του Πέτρου Βυζαντίου είναι
εξαιρετικά χρησιμότερη από την, κατά τα άλλα εύχρηστη και εύκολη στη μάθηση,
Νέα Μέθοδο, καθώς βοηθά στην αποστήθιση και μίμηση, στοιχεία εξαιρετικά χρήσιμα
για την πατριαρχική ψαλτική παράδοση.
Σε αυτό το
σημείο αξίζει να δούμε στην πράξη αυτήν την ψαλτική συνέχεια μέσω του Πέτρου
Λαμπαδαρίου (σε εξήγηση), του Γεωργίου Ραιδεστηνού, του Ιακώβου Ναυπλιώτη (σε
καταγραφή του Άγγελου Βουδούρη) και του συνεχιστή του Κωνσταντίνου Πρίγγου. Πιο
συγκεκριμένα, θα προσπαθήσουμε μέσα από τη σύγκριση μελών σύντομων,
αργοσύντομων και αργών να καταδείξουμε - έστω επιφανειακά σε πρώτη φάση - τη
γενική ομοιότητα μεταξύ των μελωδημάτων των προαναφερόμενων μελουργών. Η
επιλογή των μελών αφορά εκείνα που έχουν μια σχετικά επιφανή θέση στις
ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδος, μιας και όλοι οι συνθέτες έχουν μελοποιήσει
τα ποιήματά της, και πρόκειται για το δοξαστικό ιδιόμελο των αποστίχων του
Όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης, το λεγόμενο «Τροπάριο της Κασσιανής», σε
αργοσύντομο και αργό στιχηραρικό μέλος και για τους Μακαρισμούς του Όρθρου της
Μεγάλης Παρασκευής σε σύντομο μέλος.
Ξεκινώντας από
τη συντομότερη περίπτωση, ορθόν είναι να εξεταστεί ανά μουσικορητορική ενότητα,
ανά κώλον. Μάλιστα, η αρχή της ισοσυλλαβίας και της ομοτονίας ορίζουν σε κάθε
τροπάριο και την σχέση των δύο πρώτων μουσικορητορικών ενοτήτων, ενώ
επαναλαμβάνονται οι ίδιες αρχές και στις επόμενες δύο ομάδες ενοτήτων, πριν από
την επωδό «Μνήσθητι καὶ ἡμῶν Σωτήρ ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου». Έτσι προκύπτει ο εξής
χωρισμός με την αντίστοιχη αναφορά σε συλλαβές και πρώτους χρόνους ανά
συνθετική περίπτωση:
Αναλυτικότερα, όλοι
οι συνθέτες κάνουν ξεκάθαρο τον χωρισμό του ποιητικού κειμένου με την συνθετική
τους προσπάθεια στα ίδια σημεία με παρόμοιο αριθμό χρόνων. Σε σχέση με τον
Πέτρο Λαμπαδάριο, οι μεταγενέστεροί του δεν κάνουν υπέρβαση μεγαλύτερη του ενός
χρόνου. Επιπλέον, η έκταση του μέλους δεν ξεπερνά σε καμία σύνθεση το εύρος της
μίας κλίμακας (οκτάβας), αφού κινείται μεταξύ του νη (βάση της διατονικής
κλίμακας) και του άνω Νη΄ (κορυφή της διατονικής κλίμακας). Συν τοις άλλοις, η
στάση του μέλους γίνεται σε όλες τις περιπτώσεις στη βάση του μέλους, στον
φθόγγο βου, ενώ η κορύφωση του μέλους, αξίζει να σημειωθεί, πως συντελείται
ανεξαιρέτως στο προτελευταίο κώλον, το οποίο συναντάται σχεδόν αυτούσιο ή με το
ίδιο νόημα σε όλα τα τροπάρια. Από την άλλη, οι όποιες τυχούσες διαφορές
προέρχονται από το υποκειμενικό στοιχείο της εξήγησης ή της ορθογραφίας που
επιλέγει ο συνθέτης και το, επίσης, υποκειμενικό στοιχείο της ερμηνείας και της
ανάλυσης, όπου κρίνουν απαραίτητη την καταγραφής της. Η κοινή λογική όμως της
σύνθεσης αποδεικνύεται κυρίως από τη μετροφωνική ανάλυση του μέλους αλλά και
από μια απλή διακριτική ματιά, τοποθετώντας τα μουσικά εγχειριδία, που
εμπεριέχονται τα μέλη, το ένα πλάι στο άλλο. Τέλος, οφείλουμε να σημειώσουμε,
ότι ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσεται το μέλος σε όλα τα τροπάρια των
Μακαρισμός είναι κοινός, αφού λειτουργεί το πρώτο από αυτά ως «πρόλογος» και
δανείζει στα προσόμοιά του το μέλος του, μιας και το κείμενο τους είναι όμοιο
σε επίπεδο ισοσυλλαβίας και ομοτονίας. Επομένως, καταδεικνύεται εμφατικά η θέση
του Ιάκωβου Ναυπλιώτη και του Άγγελου Βουδούρη ως βασικών φορέων του λεγόμενου
«πατριαρχικού ύφους», λόγω της σταθερότητας της ερμηνείας τους σε σχέση με την
προφορική παράδοση που είναι με σιγουριά και σαφήνεια κοινή από τα χρόνια του
Δανιήλ Πρωτοψάλτου και του Πέτρου Λαμπαδαρίου (β’ μισό 18ου αι.).
Σε αντίθεση με
την περίπτωση του σύντομου μέλους ενός τροπαρίου που εύκολα απομνημονεύεται,
αφού συνάμα λειτουργεί και ως «πρόλογος», το αργοσύντομο μέλος διαφοροποιείται
από τον Πέτρο Λαμπαδάριο μέχρι τον Κωνσταντίνο Πρίγγο. Για να γίνει πιο
αντιληπτό θα παρατεθούν δύο τμήματα του ιδιομέλου τροπαρίου της Κασσιανής, που
ενώ είναι κοινά στον Πέτρο και τον Βουδούρη στον Ραιδεστηνό, μάλιστα δις, και
τον Πρίγγο διαφοροποιούνται.
Σχετικά με την
πρώτη μουσικορητορική ενότητα επιλέχθηκαν τα πρώτα κώλα του τροπαρίου («Κύριε, ἡ
ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα Γυνή, τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα
τάξιν,…»). Η προσφώνηση είναι ακριβώς ίδια στις συνθέσεις του Πέτρου, τη μία εκ
των δύο του Ραιδεστηνού και σε εκείνη του Βουδούρη. Ωστόσο, η «ἑτέρα» σύνθεση
του Ραιδεστηνού και άλλη του Πρίγγου ενώ επιλέγουν, όπως και οι άλλες τρεις,
την κατάληξη στη βάση του μέλους, δεν επιλέγουν τη γνωστή καταληκτήρια γραμμή
του αργοσύντομου νέου στιχηραρίου αλλά μία πιο απλοποιημένη εκδοχή. Εν
συνεχεία, η φράση «ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα Γυνή» με μοναδική
εξαίρεση τη σύνθεση του Πέτρου, όλες οι υπόλοιπες χρησιμοποιούν χρωματικές
κλίμακες για να αποδώσουν την έννοια της
αμαρτίας με ένα κλαυθμυρίζον ύφος. Μάλιστα, για άλλη μια φορά η δεύτερη σύνθεση
του Ραιδεστηνού και εκείνη του Πρίγγου επιλέγουν διαφορετική πορεία του μέλους
μέσω της οποίας η φράση «περιπεσοῦσα» καταλήγει στον κάτω δι, μιμούμενοι το
νόημα της φράσης. Σαφώς, πρόκειται για ενδιαφέρουσες συνθετικές επιλογές που
καταδεικνύουν τη μουσική φαντασία των μελουργών και είναι με βεβαιότητα
επηρεασμένες από το αργό μέλος του Πέτρου, αλλά «ίσως» δεν είναι δόκιμες για αυτούς που προσπαθούν
να συμβάλλουν στην προφορική πατριαρχική ψαλτική παράδοση. Παρακάτω, στα
επόμενα δύο κώλα («τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν») οι
τρεις περιπτώσεις του Πέτρου, του Ραιδεστηνού και του Βουδούρη μεταπηδούν στο
οξύ τετράχορδο και καταλήγουν στον Δι, ενώ στο τέλος κάνουν οριστική κατάληξη
στον Νη. Βέβαια, ο Ραιδεστηνός επιλέγει μια πιο εκτεταμένη φράση από το αργό
στιχηραρικό μέλος. Το δεύτερο μέλισμα του Ραιδεστηνού δημιουργεί δύο καταλήξεις
στον Νη, αλλά πριν από τη δεύτερη επιλέγει την ανάπαυση του μέλους στον Πα. Το
ίδιο κάνει και ο Πρίγγος αλλά το πρώτο κώλον στέκεται στον Δι, αναπαύεται μετά
στον Πα και οριστικά καταλήγει στην βάση του μέλους στον Νη.
Στην ίδια
σύνθεση αξίζει να επιμείνουμε σε ένα ακόμα σημείο, όπου επίσης επιχειρείται ο
συσχετισμός νοήματος και μελωδίας («ὁ κλίνας τοὺς οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει·»).
Το ιδιαίτερο σημείο στη συγκεκριμένη φράση είναι αυτό που παρατηρείται είναι
ότι όλες οι συνθέσεις - πλην του Πρίγγου - πορεύονται από τη βάση του μέλους,
τον Νη, προς τον κάτω δι λόγω της λέξης «κλίνας» και ανέρχονται στον μέσο Δι
εξαιτίας της λέξης «οὐρανούς». Ωστόσο, ο μεταγενέστερος πρωτοψάλτης και
συνθέτης, Κωνσταντίνος Πρίγγος, δίνει μια άλλη προοπτική, που υιοθετήθηκε κατά
τον 20ο αι.. Από τον μέσο Δι κατέρχεται στη βάση του μέλους και στην
πορεία αναποτίθεται το μέλος στον άνω Πα’. Πάντως, στη συνέχεια και οι
τέσσερεις συνθέσεις επανέρχονται καταληκτικά στη βάση του μέλους. Τέλος,
ολοκληρώνοντας την συγκριτική μελέτη του αργοσύντομου στιχηραρικού μέλους,
οφείλουμε να σταθούμε στη μεγαλύτερη φράση των συνθέσεων, που είναι καθολικά
κοινή και αφορά την έννοια του πλήθους των αμαρτιών. Η συγκεκριμένη φράση
διαρκεί σε όλους τους συνθέτες 14 πρώτους χρόνους και μελωδικά κινείται στην
περιοχή του πρώτου ήχου. Φυσικά, μόνο τυχαία δεν είναι αυτή η επιλογή, αφού
μιμείται τη θέση του «κολαφισμού» από το αργό μέλος του Πέτρου Λαμπαδαρίου.
Με την αφορμή της αναφοράς στο αργό
στιχηραρικό μέλος αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι το Τροπάριο της Κασσιανής στην
αργή του σύνθεση, όπου και αν περιέχεται, οι εκδότες υποδηλώνουν ότι είναι
σύνθεση του Πέτρου Λαμπαδαρίου ή του Δανιήλ Πρωτοψάλτου κατά την ερμηνεία του
Λαμπαδαρίου του, ακόμα και αν δεν παρατίθεται η πρώτη εξήγηση αλλά ένα πιο
ανελυμένο μέλος. Βέβαια, αν δεχτούμε τις σημειώσεις των Απομνημονευμάτων του
Βουδούρη, ότι όντως κατέγραφε κάθε μέλος μετά το πέρας των ακολουθιών, τότε
μπορούμε να κάνουμε λόγο για μία ταύτηση του μέλους του Πέτρου και της
ερμηνείας του τότε Λαμπαδαρίου, Κ. Κλάββα, σε ποσοστό που αγγίζει το 100%. Οι
όποιες υπεραναλυτικές καταγραφές ποικιλμάτων, που σχετίζονται και με την
ευστροφία των φωνών των συνθετών, παρατηρούνται κατ’ ουσίαν στον Πρίγγο αλλά
και τους μεταγενεστέρους του,σε ορισμένες φράσεις, όπως «Οἴμοι!» ή «Δέξαι μου τὰς
πηγὰς τῶν δακρύων». Ωστόσο, και στην πιο δωρική καταγραφή του Πέτρου ή του
Βουδούρη, η μη καταγραφή δε σημαίνει αυτόματα και την ανυπαρξία της φωνητικής
ευλυγισίας ή του υποκειμενικού στοιχείου της ερμηνείας. Για τους λόγους αυτούς
είναι επαρκής και μόνο η αναφορά σε αυτές τις μελικές φράσεις.
Συμπερασματικά, όσον αφορά στον Άγγελο Βουδούρη έχουμε να σημειώσουμε πως πρόκειται για μια προσωπικότητα γεμάτη εργατικότητα και υπευθυνότητα που τον οδηγούσε στην αναζήτηση της επιστημοσύνης της Ψαλτικής Τέχνης. Ενστερνιζόταν την ιδέα της διάσωσης της προφορικής παράδοσης των πατριαρχικών αναλογίων και την υπηρέτησε με αφοσίωση, κυρίως ως Α’ Δομέστικος της Μεγάλης Εκκλησίας, αλλά και ως αρθρογράφος, μελετητής, ερευνητής, καταλογογράφος, καταγραφέας και μουσικοδιδάσκαλος. Η τριβή του με τον Ιάκωβο Ναυπλιώτη τον βοήθησε να μυηθεί στην πατριαρχική παράδοση, ακόμα και αν ο Πρωτοψάλτης που λάτρευε δεν είχε τη διάθεση να αποκαλύψει τα «μυστικά» της Τέχνης του. Πάντως, κἂν ὑμεῖς σιγήσητε, και δεν αναγνωρίσετε αυτήν την πολύμοχθη προσπάθεια, το έργο του Βουδούρη θα κράξει εμφατικά ότι αποτελεί ότι πιο γνήσιο από την εποχή του Πέτρου Λαμπαδαρίου του Πελοποννησίου μέχρι το α’ τέταρτο του 20ου αι., ανόθευτο από προσωπικά στοιχεία, ανεπηρέαστο από υποκειμενικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις και αναμφίβολα αυθεντικό - ειδικά αν συνυπολογίσει κανείς και τα μουσικά προσόντα του Βουδούρη (μίμηση και καταγραφή). Οι περιπτώσεις συγκρίσεων σαφώς το καταδεικνύουν, αφού κανείς ενδιάμεσος ή μεταγενέστερος δεν υπήρξε πιο κοντά στον Πέτρο από τον Βουδούρη. Και φυσικά, αυτό κατέστη εφικτό γιατί υπήρξε μουσικός επιστήμων της Ψαλτικής και μύστης της πατριαρχικής παράδοσης.
(Βλ. Βουδούρη Αγγέλου, Κώδικες της Ορθοδόξου Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Ασματωδίας - Μουσικολογικά Απομνημονεύματα, Τόμος 18, Κωνσταντινούπολη 1947)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου