Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2023

Εισήγηση στο Τριήμερο Διαδικτυακό Διεθνές Μουσικολογικό Συνέδριο: "Ἡ Μουσική βοᾷ τῇ Οἰκουμένῃ" (3-5 Νοεμβρίου 2023)

Η Εμμελής Απαγγελία
στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό 

μέσα από ηχογραφήσεις του 20ού αιώνα

 

Σεβαστοί πατέρες, αξιότιμοι σύνεδροι, εκλεκτή φιλόμουσος ομήγυρις,

δεν είναι καθόλου εύκολο να προσεγγίσει κάποιος με ακρίβεια τον όρο «τέχνη». Μπορεί όμως με σχεδόν απόλυτη βεβαιότητα να υποστηρίξει πως υποδηλώνει τη δημιουργία, την αδιάκοπη κίνηση, την διαρκή εξέλιξη. Ο λόγος και το μέλος αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της Τέχνης και ως εκ τούτου υπόκεινται σε αυτή την πορεία αλλαγής: αλλαγής, μα όχι και αλλοτρίωσης. Και κάπου εδώ, οφείλω στον καθένα από εσάς να κάνω κάπως πιο σαφή την σκέψη μου, καθώς όπως θα έγραφε και ο Ευρίπιδης «σοφὸν τοι τὸ σαφές»[1].

Μία από τις τέχνες που συνδυάζουν απόλυτα τον λόγο και το μέλος είναι αυτή της Απαγγελίας. Η γέννηση αυτής της τέχνης ταυτίζεται με την γέννηση της ελληνικής  λογοτεχνίας, αφού οι πρώτοι που την αξιοποίησαν υπήρξαν οι αοιδοί και οι ραψωδοί απαγγέλοντας είτε τα ομηρικά είτε άλλα επικά ποιήματα. Ομοιοτρόπως τους επόμενους αιώνες συνέβη και με τις θεατρικές απαγγελίες, τις δημόσιες αγορεύσεις ή τα δημώδη άσματα, τις παρα(κατα)λογές. Ο καθηγητής Χρ. Τσάγγαλης μέσα από τις έρευνές του καταλήγει στο ότι ο ήχος αυτός έπρεπε να είναι «δυνατός, ρωμαλέος, υψηλής τονικότητας, μακρόσυρτος, εκτεταμένος, καθαρός, ευφωνικός, συνεχής, διαρκής, εκφερόμενος με ένταση, δίχως αναπνοή»[2]. Τα χαρακτηριστικά αυτά ήταν εμφανή όχι μόνο σε εκείνη την εποχή αλλά ακόμα και στις μέρες μας χάρη σε μία τέχνη που μοιάζει συνεχής εδώ και εκατοντάδες χρόνια, την Τέχνη της Εμμελούς Ανάγνωσης των Αγιογραφικών και των άλλων Λειτουργικών Κειμένων στη λατρευτική ζωή της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας.

Κατά την περίοδο του μεσαίωνα (8ος - 14ος αι.) ήταν έντονη η χρήση εκφωνητικών σημαδίων, που εισήχθη νωρίτερα από τους πατέρες της Εκκλησίας, όπως τον Μέγα Αθανάσιο και τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, με σκοπό τον ορθό τρόπο απαγγελίας[3], βασισμένη κατά κανόνα στα ελληνορωμαϊκά και εβραϊκά πιθανότατα πρότυπα. Τα ερυθρόμορφα σημάδια διατάσσονταν σε ζεύγη που παρουσιάζονται σε λεξιονάρια (δηλ. ευαγγελιστάρια, πραξαποστόλους, προφητολόγια)[4]. Ωστόσο, μια σειρά από γεγονότα όπως η έλευση των Οθωμανών, η εφεύρεση της τυπογραφίας αλλά και η εν γένει πνευματική κρίση μπροστά στην ανάγκη της επιβίωσης έφεραν τον εκτοπισμό τους από τα λειτουργικά βιβλία. Ωστόσο, η Τέχνη της Απαγγελίας έμοιαζε αρκετά σταθερή και βέβαιη, συμπαγής και ανεπηρέαστη, κάτι που δήλωνε πως δεν ήταν απαραίτητη η ανάγκη της καταγραφής της[5]. Άποψη που διετύπωσε ο «πρό μικροῦ μεθ’ ἡμῶν» Μάρκος Δραγούμης (αλλά συμμερίζεται και ο κ. Πρόεδρος, σ.σ. Ιω. Αρβανίτης). Από τότε, τα πρώτα δείγματα για την μελισματική ταυτότητα αυτής της τέχνης φαίνεται πως καταγράφηκαν από τον Γρηγόριο Πρωτοψάλτη, και μάλιστα στη Νέα Μέθοδο, χωρίς όμως να υπάρχει σαφής εικόνα του περιεχομένου. Μοναδικά αλλά πολύ σημαντικά είναι τα στοιχεία που δίνει για αυτήν την καταγραφή ο Κυριακός Φιλοξένης[6], ο οποίος δηλώνει πως σώζεται μέχρι εκείνη την εποχή που γράφει (1868), σημειώνοντας τα εξής:

«ἀναγιγνώσκεται μελῳδικῶς ἐν ταῖς [...] Ἐκκλησίαις, εἰς ἦχον Δ΄, κατὰ τὴν ἐναρμόνιον ἔξω φθορὰν τοῦ Δι τοῦ Δ΄ ἤχου ἥτις [...] ἀπό τοὺς Ἐκκλησιαστικούς τῶν Βυζαντινῶν καλεῖται «ἡμίφθορον». Τὸ μέλος τοῦ Ἀποστόλου (ὡς καὶ τοῦ Εὐαγγελίου) εἶναι μέλος γνήσιον, ἀρχαῖον και πρωτότυπον».

 Όλα τα παραπάνω φυσικά είναι εξαιρετικά, μα όχι και απτά. Γι’ αυτό η περίπτωση ενός ρουμανικού χειρογράφου των μέσων του 19ου αι. (αποστολικό ανάγνωσμα), από τον Άντον Πανν, μουσικός «εγγονός» του Γρηγορίου Πρωτοψάλτου μέσω του Πέτρου - Μανουήλ Εφεσίου[7], αλλά και η περίπτωση εκείνη του Γεωργίου Ραιδεστηνού Β΄ (ευαγγελικό ανάγνωσμα)[8] αποτελούν την πιο ουσιαστική επαφή μας με την πανάρχαια τέχνη, καθώς είναι και αυτές που εμπεριέχουν μουσικές πληροφορίες, τις οποίες έχουμε τη δυνατότητα να καταλάβουμε, να επεξεργαστούμε και, φυσικά, να απαγγείλουμε. Πιο συγκεκριμένα, αμφότερα τα δύο απαγγελτικά μνημεία παρουσιάζουν μια σειρά από ομοιότητες, όπως η χρήση της χρόας του κλιτού στον άνω Νη, που υποδηλώνει και την υψηλή τονικότητα, όπως και η πορεία της κατάληξης με ένα «βύθισμα» ορισμένων τονικών βαθμίδων, υπέρβαση της βάσης εκφώνησης και επαναφορά σε αυτήν. Αξιοσημείωτη θα πρέπει όμως να είναι και η οδηγία του ρουμανικού χειρογράφου[9], που υπογραμμίζει πως στα ευαγγελικά αναγνώσματα το μελικό μέρος είναι περισσότερο επίμηκες, κάτι που επαληθεύει η καταγραφή του Ραιδεστηνού. Η μοναδική διαφορά, η οποία ωστόσο δεν σημαίνει αυτόματα και την ερμηνευτική απόσταση των δύο περιπτώσεων, είναι η ανάγκη του Γεωργίου Ραιδεστηνού να καταγράψει αναλυτικά - λεπτομερώς το μέλος, αξιοποιώντας πλήρως όλες τις δυνατότητες της Νέας Μεθόδου.

Οι τρεις αυτές περιπτώσεις του Γρηγορίου Πρωτοψάλτου, του έμμεσα συνδεόμενου μαζί του Άντον Πανν και του Γεωργίου Ραιδεστηνού αδιαμφισβήτητα συνδέονται ερμηνευτικά και μουσικολογικά, αποδεικνύοντας πως υπηρετούν τη λειτουργική, άρα και ψαλτική, παράδοση του Πατριαρχικού Ναού, καθώς η προφορικότητα αποτελεί ένα εργαλείο στη διάθεση της διαχρονικότητας. Αυτό ακριβώς επιβεβαιώνουν όλα εκείνα τα ηχητικά τεκμήρια του 20ού αι., από τον μακρινό για εμάς Ιάκωβο Ναυπλιώτη μέχρι και τους αρκετά κοντινούς μας, όπως τον τιμώμενο Οικουμενικό μας Πατριάρχη, κ.κ. Βαρθολομαίο.

Οι πρώτες ηχογραφήσεις που σώζονται είναι εκείνες του Πρωτοψάλτου Ιακώβου Ναυπλιώτου από την Orfeon Records μεταξύ των ετών 1912 - 1915 και επιβεβαιώνουν τα στοιχεία των τριών καταγραφών του 19ου αι. Ο Ναυπλιώτης επιλέγει να απαγγείλει εμμελώς δύο αναγνώσματα, ένα αποστολικό[10] και ένα ευαγγελικό[11]. Ο τρόπος εκφώνησης είναι δωρικός μα καθ’ όλα αρχοντικός, με έμφαση στον λόγο, κάπως πιο μελωδικός στην περίπτωση της ευαγγελικής περικοπής, όπως προτείνει το ρουμανικό σημείωμα. Η βάση εκφώνησης είναι υψηλή, ο άνω Νη, δεχόμενη τη χρόα του κλιτού, με το μέλος να κινείται σε μια σχετικά μικρή απόσταση συχνοτήτων, ένα πεντάχορδο κατά βάση, χωρίς ιδιαίτερα ποικίλματα, χρήση άλλων κλιμάκων ή αλλαγή της βάσης εκφώνησης. Η αναλυτική καταγραφή του αειμνήστου Αντ. Αλυγιζάκη[12] αποτελεί εξαιρετική περίπτωση μελέτης της ηχογράφησης, καθώς με επιτυχία αποτυπώνει όλα αυτά τα στοιχεία, φέρνοντάς την σε απόλυτη σχεδόν ταύτιση με την περίπτωση της καταγραφής του Άντον Πανν αλλά κυρίως του Γεωργίου Ραιδεστηνού, ο οποίος υπήρξε προκάτοχος και δάσκαλος του[13].

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν, ωστόσο, οι ηχογραφήσεις των επόμενων δεκαετιών, από ανθρώπους που συνδέθηκαν άμεσα ή έμμεσα με τον Ιάκωβο Ναυπλιώτη, αλλά κυρίως από ανθρώπους που δέχθηκαν να υπηρετήσουν την Μεγάλη Εκκλησία, ως ψάλτες, διάκονοι, ιερείς ή αρχιερείς. Μία σημαντική πηγή είναι οι ηχογραφήσεις που δημοσιεύθηκαν από τον Μανόλη Χατζηγιακουμή σε μία σειρά δεκαπέντε δίσκων και παρουσιάζουν την ψαλτική πραγματικότητα των ετών 1956 - 1966 από τον Πατριαρχικό Ναό και άλλους Ναούς της Κωνσταντινούπολης[14].

Στη σειρά αυτή των ηχογραφήσεων ξεχωρίζουν στο είδος της απαγγελίας οι φωνές του αοιδίμου Πατριάρχου Αθηναγόρου[15], των κυρών Παύλου Μενεβίσογλου Μητροπολίτου π. Αμασείας[16], Καλλινίκου Αλεξανδρίδου Μητροπολίτου Λύστρων[17], Ευαγγέλου Γαλάνη Μητροπολίτου Πέργης[18], του πρωτοπρεσβυτέρου π. Παναγιώτου Τσινάρα[19] - και εδώ αξίζει να πούμε πως ήταν άπαντες Χαλκίτες τῇ παιδείᾳ - και των αειμνήστων Θρασυβούλου Στανίτσα[20] και Νικολάου Δανιηλίδου, Πρωτοψάλτου και Λαμπαδαρίου αντίστοιχα[21]. «Καὶ τί ἔτι λέγω; ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος»[22] εφόσον προσπαθήσω να αναλύσω την κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Αλλά μάλλον κάτι τέτοιο, ίσως να είναι και περιττό, αφού η προφορική παράδοση της Ψαλτικής Τέχνης εντός της νοητής νηός του Πατριαρχικού Ναού φαίνεται να μην παρεκκλίνει. Ωστόσο, αξίζει να γίνει αναφορά στα κοινά γνωρίσματα των ηχητικών αποσπασμάτων.

Σχετικά με την τονική βάση εκφώνησης, όπως προτείνει και το ρουμανικό αρχείο, λαμβάνεται κατά τη δύναμη του καθενός. Έτσι κυριαρχούν οι μεσαίες τονικότητες (F#3, G3, A3) οι οποίες σπάνια εξελίσσονται σε πολύ υψηλές, μιας και οι καταλήξεις των μελών λειτουργούν ως βάση και για την εκφώνηση. Επιπλέον, για τις ευχές και τους ψαλμούς επιλέγονται χαμηλότερες τονικότητες κατά ένα πεντάχορδο, δίνοντας στον λόγο μια χειμαρρώδη χροιά με σχεδόν ανεπαίσθητη την ύπαρξη του μέλους, κάτι που παρουσιάζεται ομοιόμορφα και σταθερά στις ηχογραφήσεις του αοιδίμου Πατριάρχου Αθηναγόρου. Επιπλέον, θα πρέπει να σταθεί κανείς στην μουσική υφή των μελικών μοτίβων που συμπλέκονται, καθώς χαρακτηρίζονται από απλότητα, στιβαρότητα και σπανίως από εμμελέστερα ποικίλματα και στοιχεία, πάντα στη διατονική κλίμακα που δέχεται την επιρροή της χρόας του κλιτού. Ακόμα και όταν πρόκειται για εκφωνήσεις των αιτήσεων των πληρωτικών που εμπίπτουν σε συγκριμένες κλίμακες και ήχους η σταθερότητα αυτή δεν αλλάζει παρά μόνο στις καταλήξεις. Μάλιστα, στην περίπτωση των καταλήξεων, ειδικά στα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα, παρατηρείται κατά κόρον η «βύθιση» του μέλους κατά τρεις φωνές, έπειτα η υπέρβαση της βάσης εκφώνησης και τέλος η επιστροφή και η «ανάπαυση» σε αυτήν. Το μοναδικό στοιχείο που δεν συμφωνεί με τα προηγούμενα (δηλ. με τις περιπτώσεις του 19ου αι. και του Ιακ. Ναυπλιώτη) είναι η αλλαγή της βάσης εκφώνησης, κάτι που έντονα εφαρμόζουν οι αείμνηστοι π. Παναγιώτης Τσινάρας, μάλιστα εκ τρίτου στο ίδιο ανάγνωσμα, και ομοίως ο γλυκύφθογγος Θρασύβουλος Στανίτσας, που παρατηρείται όμως στην περίπτωση της ηχογράφησης που έγινε εκτός του Πατριαρχικού Ναού, στο Λατερανό.

Μία άλλη συλλογή ηχογραφήσεων αντίστοιχου ενδιαφέροντος είναι αυτή που προκύπτει από τη συλλογή δίσκων που επιμελήθηκε ο καθηγητής Γρηγόριος Στάθης. Η συγκεκριμένη σειρά ηχογραφήθηκε σε δώδεκα δίσκους με την έγκριση και ευλογία του αοιδίμου Οικουμενικού Πατριάρχου κυρού Δημητρίου, κατά τη διάρκεια των ακολουθιών της Μεγάλη Εβδομάδας (1981), του Δωδεκαημέρου (1982 - 1983) και της Μεγάλης Τεσσαρακοστής (1983), επί ημερών των αειμνήστων Βασιλείου Νικολαΐδου και Βασιλείου Εμμανουηλίδου, Πρωτοψάλτου και Λαμπαδαρίου αντίστοιχα.

Οι ηχητικές καταγραφές, για άλλη μια φορά, δεν αφήνουν χώρο για αμφισβήτηση, πως ο Πατριαρχικός Ναός ως τόπος λατρείας δεν αφήνει περιθώρια απόκλισης από μία σταθερά παραδοσιακή ψαλτική πορεία. Η Τέχνη της Εμμελούς Απαγγελίας φαίνεται πως θεραπεύεται όχι μόνο σε αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα - πράξη την οποία δεν τολμά ούτε ο ίδιος ο θεσμός του Πατριάρχου να παρακάμψει, ακόμα και στο ευμέγεθες «Ευαγγέλιο της Διαθήκης», το οποίο εκφωνεί μετά μέλους χωρίς τονικές αλλαγές λόγω κόπωσης ή επιλογής - αλλά και σε προφητείες, κοντάκια, ψαλμούς, ευχές, κανοναρχήματα…

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τους δίσκους «τῶν Σεπτῶν Παθῶν»[23], πέρα από το «Ευαγγέλιο της Διαθήκης», αποτελούν η ευχή της ευλόγησης των βαΐων, η έντεχνη εμμελής απόδοση του «Σήμερον κρεμμᾶται» στα αντίφωνα του όρθρου της Μεγάλης Παρασκευής, η ερμηνεία των κοντακίων και των συναξαρίων από τον τότε α΄ Δομέστιχο και μετέπειτα Λαμπαδάριο αείμνηστο Ιωάννη Χαριατίδη, αλλά και οι δωρικές, μα συνάμα μεγαλοπρεπείς εκφωνήσεις των Ευαγγελίων, και το απόγευμα της μεγάλης Πέμπτης και κατά τον Εσπερινό της Αγάπης, όπου διακρίνεται και η φωνή του νυν Οικουμενικού Πατριάρχου, κ.κ. Βαρθολομαίου, να απαγγέλει με περισσή άνεση, μάλιστα, στην ιταλική γλώσσα.

Αντίστοιχα, από τους δίσκους του Δωδεκαημέρου[24] ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τέταρτος κατά σειρά, από τον οποίο μπορεί κάποιος να εστιάσει στα αγιογραφικά αναγνώσματα των Μεγάλων Ωρών, δίνοντας έμφαση όχι μόνο στα μελικά μοτίβα που επιλέγει ο ηδύμολπος Βασίλειος Εμμανουηλίδης αλλά και στο πόσο αρμονικά εναλλάσσονται οι αποκρίσεις ψαλτών και ιερατείου σε διαστήματα πέμπτης. Ομοίως, αξίζει ευλαβικής προσοχής, υπό τύπον μαθητείας, η ακρόαση των αγιογραφικών αναγνωσμάτων και των ευχών της ακολουθίας του Μεγάλου Αγιασμού, με τον Πατριάρχη να απαγγέλει «μερικώς», εννοώντας σε μία σταθερή βάση τις ευχές, και να συστέλλεται στη μυστική ευχή όταν ο διάκονος προτρέπει όπως «τὰς κεφαλὰς τῷ Κυρίῳ κλίνωμεν».

Τέλος, στην ηχητική καταγραφή του Ακαθίστου Ύμνου[25], πέρα από τις υποδειγματικές ερμηνείες των μελών, θα μπορούσε κανείς να εντρυφήσει στην αρμονία εναλλαγής μέλους και απαγγελίας. Η κατάληξη του δίχορου αργού Κοντακίου («Τῇ ὑπερμάχῳ») στη βάση του πλαγίου του δ’ συναντάται με την απαγγελτική πράξη του Πατριάρχου κατά μια πέμπτη υψηλότερα, σε μία σχέση «νη» και «δι», στην οποία ο υψηλότερος φθόγγος δέχεται την επιρροή του κλιτού. Με την ολοκλήρωση της απαγγελίας του εκάστοτε Οίκου του Κοντακίου, ο Πρωτοψάλτης και ο Λαμπαδάριος επαναλαμβάνουν την επωδό σε ήχο πλάγιο του δ’, αξιοποιώντας ως βάση τον κατά μία πέμπτη χαμηλότερο τόνο από εκείνον της απαγγελίας.

Βέβαια, είναι αλήθεια πως η σύγχρονη εποχή, η εποχή της εξέλιξης και της τεχνολογίας, η εποχή του διαδικτύου, δίνει άπειρες δυνατότητες για μελέτη περισσότερων ηχογραφήσεων. Επέλεξα, ωστόσο, να μείνω σε αυτές που εκδόθηκαν επισήμως και φέρουν τόσο την υπογραφή της επίπονης εργασίας και ερευνητικής μελέτης δύο σπουδαίων προσωπικοτήτων, του Γρηγορίου Στάθη και του Μανόλη Χατζηγιακουμή, όσο και την πατριαρχική ευλογία.

Ανακεφαλαιωτικά, θα μπορούσε κανείς να σταθεί σε μερικά κύρια και καίρια σημεία που προκύπτουν από αυτές τις σειρές των ηχογραφήσεων. Εν πρώτοις, πρέπει να υπογραμμίσουμε τη διάθεση των λειτουργών, ιερατείου και ψαλτών, πως η χειμαρρώδης απαγγελία γενικώς αποφεύγεται, αλλά ακόμη και στις περιπτώσεις προφητειών, ψαλμών ή ευχών, επιλέγεται η λιτή απαγγελία σε έναν τόνο χαμηλό και ήπιο, ικανό να υπηρετήσει την εν γένει αρμονία των ακολουθιών. Επιπλέον, προτιμάται στις αποστολικές και ευαγγελικές περικοπές η υψηλότερη τονικότητα και οι αποκρίσεις κατά μία πέμπτη χαμηλότερα, ενώ σπάνια, εφόσον το επιτρέπουν οι μουσικές γνώσεις και η καλλιφωνία, γίνεται τονική αλλαγή της βάσης και τα ποικίλματα. Επιπρόσθετα, η εκφώνηση εδράζεται επί της διατονικής κλίμακος του πλαγίου του δ’ που φθείρεται από τη χρόα του κλιτού. Συν τοις άλλοις, η Τέχνης της Εκφώνησης φαίνεται πως δεν επηρεάζεται από τη γλώσσα εκφοράς, με μοναδική προϋπόθεση τη γνώση της γλώσσας, καθώς ο λόγος είναι η κινητήριος δύναμη που ζωογονεί την συγκεκριμένη τέχνη και στόχος αυτής είναι η ανάδειξή του.

Η Απαγγελτική Τέχνη, αλλά και η εν γένει Ψαλτική παράδοση, στον χώρο του Πάνσεπτου Πατριαρχικού Ναού φαίνεται πως όχι απλά διασώζεται, αλλά και προφυλάσσεται από νεωτερισμούς και καινοφανείς ενέργειες, που υπόκεινται στην ιδιοτελή συμπεριφορά των λειτουργών. Είναι ο τόπος όπου η Τέχνη δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το σημείο στο οποίο εθελουσίως υποτάσσεται το «εγώ» του ψάλτη και αναδύεται η πιο αυθεντική «ίσως» ασματική λειτουργική παράδοση, όπως εύστοχα υπογραμμίζει ο Μ. Χατζηγιακουμής. Εργαλείο της παράδοσης αυτής αποτελεί η προφορικότητα, που μεταδίδει την χαρακτηριστική εκφορά και το τοπικό ύφος με τις μουσικές του ιδιομορφίες, όχι μόνο ἐν τῷ ψάλλειν αλλά και ἐν τῷ ἀπαγγέλειν. Σε αυτό ακριβώς το περιβάλλον της ανόθευτης ψαλτικής, άρα και απαγγελτικής, παράδοσης, ανδρώθηκε εκκλησιαστικά ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, συνεχίζοντας όχι μόνο ως έμπειρος οιακοστρόφος τη διαποίμανση της Ορθροδόξου Εκκλησίας αλλά και ως θεματοφύλακας της λατρευτικής ζωής του Φαναρίου, όπως αποδεικνύουν και τα ηχητικά ντοκουμέντα.

Ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας!



[1] Ευριπίδου, Ὀρέστης, στ. 397

[2] Τσάγγαλη Κ. Χρήστου, Τέχνη ραψωδική - Η απαγγελίας της επικής ποίησης, Θεσσαλονίκη 2018, σ. 166.

[3] Στάθη Θ. Γρηγορίου, «Η ιστορία και παρουσίαση της εκφωνητικής σημειογραφίας», Συμβολή στη μνήμη Γεωργίου Στ. Αμαριανάκη (1936 - 2003), Αθήνα 2013, σσ. 340 - 341.

[4] Αλεξάνδρου Μαρίας, Παλαιογραφία Βυζαντινής Μουσικής, Αθήνα - Ψηφιακό Αποθετήριο Κάλλιππος 2017, σ. 180.

[5] Αντωνίου Μάριου, Το εκφωνητικό άσμα στη σύγχρονη λειτουργική πράξη της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, Πτυχιακή Εργασία, Ιόνιο Πανεπιστήμιο 2002, σ. 27.

[6] Φιλοξένους Κυριακού, Λεξικόν τῆς Μουσικῆς, Κωνσταντινούπολις 1868, σ. 23.

[7] Pann Anton, Irmologiŭ Catavacier, Boukouresti 1854, pp. 253 - 254 & Γιαννοπούλου Εμμανουήλ, Πέτρου Μανουήλ Εφεσίου, Πολυέλεοι και Εκλογές - Αναστάσιμα Εωθινά Δοξαστικά, Θεσσαλονίκη 2019, σ. μη΄ - μθ΄.

[8] Συλλόγου Ἱεροψαλτῶν Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀλεξανδρουπόλεως, Γεωργίου Ῥαιδεστηνοῦ Θεία Λειτουργία, Ἀλεξανδρούπολη 2019, σσ. 32 - 36.

[10] https://www.youtube.com/watch?v=SKDTmIV78QE (Ημερ. Προσπέλασης: 29/5/2023)

[11] https://www.youtube.com/watch?v=ela2DAGI4GQ (Ημερ. Προσπέλασης: 29/5/2023)

[12] Αλυγιζάκη Ε. Αντωνίου, «Η εκφωνητική ψαλτική πράξη· τα ‘’χύμα’’ και τα ‘’εκφώνως’’ αναγνώσματα», Πρακτικά Α᾿ Συνεδρίου Ψαλτικής Τέχνης, Αθήνα, 3 - 5 Νοεμβρίου 2000 (Αθήνα 2001), σ. 110 & Σέφκα Άγγελου, Η Εκφωνητική Τέχνη και Σημειογραφία (9ος  - 14ος αι. & 19ος - 21ος αι.), Διπλωματική Εργασία, Θεσσαλονίκη 2019, σσ. 60 - 101.

[13] Δεβρελῆ Κ. Ἀστερἰου, Πηδάλιον Βυζαντινῆς Μουσικῆς - Μορφές, Θεσσαλονίκη 2014, σ. 8. (Οι πληροφορίες στις οποίες αναφέρεται ο Αστ. Δεβρελής είναι μαρτυρίες του Κωνσταντινουπολίτη Δασκάλου του, Αθ. Παναγιωτίδη, ο οποίος υπήρξε Α΄ Κανονάρχης του Πατριαρχικού Ναού παρά τον Ιάκωβο Ναυπλιώτη από το 1917 έως το 1928, όταν και εγκατέλειψε την Κωνσταντινούπολη, αρχικώς για τη Δράμα και εν συνεχεία για τη Θεσσαλονίκη).

[14] Αρχείον Εκκλησιαστικής Μουσικής, Πατριαρχικά Μουσικά Αρχεία - Ζωντανές Ηχογραφήσεις στον Πατριαρχικό Ναό και σε άλλους Ναούς της Κωνσταντινούπολης (1956 - 1966), Γενική επιμέλεια ήχου, κειμένων, έκδοσης: Μανόλης Κ. Χατζηγιακουμής, Αθήνα 2018.

[15] Το αυτόθι, Δίσκος 3 (Απόσπασμα 3, 6, 10, 12), Δίσκος 4 (Αποσπάσματα 5, 10), Δίσκος 7 (Αποσπάσματα 3, 4, 9, 11) & Δίσκος 11 (Απόσπασμα 2)

[16] Το αυτόθι, Δίσκος 2, Απόσπασμα 10

[17] Το αυτόθι, Δίσκος 3 (Απόσπασμα 6) & Δίσκος 7 (Απόσπασμα 6, 7, 9)

[18] Το αυτόθι, Δίσκος 4 (Απόσπασμα 5, 10) & Δίσκος 8 (Απόσπασμα 5)

[19] Το αυτόθι, Δίσκος 10 (Απόσπασμα 4)

[20] Το αυτόθι, Δίσκος 11 (Απόσπασμα 9)

[21] Το αυτόθι, Δίσκος 4 (Απόσπασμα 11)

[22] Προς Εβραίους, ια΄, 32

[23] Ἑλληνικό Κέντρο Πολιτισμοῦ Λονδίνου, Τὰ Πάθη τὰ Σεπτὰ - Ἡ Ψαλτικὴ Παράδοση τῆς Μ. Ἑβδομάδος καὶ τοῦ Πάσχα εἰς τὸν Πάνσεπτο Πατριαρχικὸ Ναὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, Ἐκδοση Β΄, 1982.

[24] Ἑλληνικό Κέντρο Πολιτισμοῦ Λονδίνου, Χριστούγεννα - Θεοφάνεια - Ἡ Ψαλτικὴ Παράδοση τῆς Μ. Ἑβδομάδος καὶ τοῦ Πάσχα εἰς τὸν Πάνσεπτο Πατριαρχικὸ Ναὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, Ἐκδοση Α΄, 1984.

[25] Ἑλληνικό Κέντρο Πολιτισμοῦ Λονδίνου, Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος καὶ ἡ Σταυροπροσκύνηση - Ἡ Γ’ Στάση τῶν Χαιρετισμῶν στὴν Παναγία τῶν Βλαχερνῶν καὶ ἡ Σταυροπροσκύνηση τὸν Πάνσεπτο Πατριαρχικὸ Ναὸ στὴν Κωνσταντινούπολη, 1984








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου