Η Εμμελής Απαγγελία
στη σύγχρονη Ψαλτική Τέχνη
Παράδοση & Νεωτερισμοί στον 20ο αι.
Σεβαστοί Πατέρες, αξιότιμη μουσικολογική ομήγυρις,
ο περασμένος αιώνας, ο αιώνας της τεχνολογικής προόδου και διαρκούς εξελίξεως, αποτέλεσε μια πολύ ξεχωριστή περίοδο και για την Ψαλτική Τέχνη. Σπουδαίες προσωπικότητες, όπως εκτελεστές, συνθέτες και μουσικολόγοι, άφησαν ανεξίτηλο το στίγμα τους με τις ερμηνείες τους, το συνθετικό τους έργο και την πολυσχιδή τους έρευνα. Το πέρασμα, όμως, στη νέα χιλιετία επιτρέπει εμάς τους νεώτερους να έχουμε τη δυνατότητα να σταθούμε σε μια σχετική απόσταση ερευνώντας και εμβαθύνοντας σε φαινόμενα και προβληματισμούς που προηγήθηκαν και να τοποθετούμαστε με νέες και ακριβείς απόψεις σε θέματα και γεγονότα που, όπως προείπα, στιγμάτισαν την Τέχνη της Ψαλτικής.
Ένα τέτοιο θέμα είναι ο τρόπος του «ἀπαγγέλειν». Ποια είναι η παράδοση, τι θεωρείται νεωτερικό και πως η διδασκαλία «πᾶν κλῆμα ἐν αὐτῇ μὴ φέρον καρπὸν, αἴρει αὐτὸ, καὶ πᾶν τὸ καρπὸν φέρον, καθαίρει αὐτὸ ἵνα πλείονα καρπὸν φέρῃ»;
Αρχικά, όμως, καλό είναι να γίνεται απόλυτα κατανοητός κάθε όρος για τον οποίο γίνεται λόγος. «Απαγγελία» ονομάζεται η ανακοίνωση κάποιας είδησης ή εντολής και όταν συνοδεύεται από τον επιθετικό προσδιορισμό «εμμελής», αυτόματα πρόκειται για ένα είδος ανακοίνωσης που συνυπάρχει με μια υποτυπώδη μελωδία. Η Τέχνη αυτή της αγγελίας ονομάζεται και «εκφωνητική», δηλαδή η τέχνη κατά την οποία κάποιος απαγγέλει μεγαλόφωνα. Ο Καθηγητής Μουσικολογίας, Γρ. Στάθης, φροντίζει να αντιπαραβάλει την έννοια του «ἐκφώνως» με εκείνη του «μυστικῶς», που προβλέπει την χαμηλόφωνη και μυστηριακή απαγγελία. Με άλλα λόγια πρόκειται για ένα είδος ανάγνωσης μεταξύ μέλους και λόγου, αυτό που αποκαλεί ο Αριστείδης Κοϊντιλιανός (3ος αι. μ. Χ.) «μέση φωνή» και πολύ αργότερα ο Αλ. Παπαδιαμάντης «τόνο λογαοιδικό» στο μυθιστόρημα της «Φόνισσας».
Η ιστορία αυτής της Τέχνης έχει τις ρίζες της βαθιά στο χρόνο και άπτεται της εποχής του Ομήρου, όταν αοιδοί και ραψωδοί απήγγειλαν με συνοδεία κιθάρας τα επικά τους ποιήματα σε αυλές ανακτόρων έμπροσθεν του εκλεκτού κοινού τους. Ωστόσο, με την πάροδο των αιώνων αυτή η τέχνη της απαγγελίας υιοθετήθηκε και από τους θεράποντες του θεάτρου, με κύριο εκφραστή τον ποιητή Στησίχορο, ο οποίος μάλιστα απομάκρυνε την κιθάρα και βασίστηκε στην ύπαρξη της διακριτικής μελωδίας της φωνής. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η δημιουργία του προσωδιακού συστήματος τονισμού από τον Αριστοφάνη τον Βυζάντιο (3ος αι. π.Χ.), αφού όπως αναφέρει ο μεταγενέστερός του, Διονύσιος Αλικαρνασσεύς (1ος αι. μ.Χ.), πρόκειται για ένα σύστημα που μεταφέρει «άδουσες πληροφορίες».
Η επαφή των Πατέρων της Εκκλησίας με την επιστήμη της Ρητορικής και της Φιλολογίας έθεσε το προσωδιακό σύστημα στην υπηρεσία της διδασκαλίας της Εκφωνητικής Τέχνης με σκοπό να απαγγέλλονται σωστά και ομοιότροπα τα αναγνώσματα στη Λατρεία. Μεταξύ αυτών ήταν ο Αγ. Αθανάσιος ο Μέγας, ο Αγ. Επιφάνιος Κύπρου και ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Σταδιακά, τα σημάδια που χρησιμοποιήθηκαν καθιερώθηκαν ως ένα σύστημα Εκφωνητικής Σημειογραφίας με κανόνες και συγκεκριμένο τρόπο χρήσης και λειτουργίας, το οποίο ήκμασε τους τελευταίους αιώνες της 3ης χιλιετίας και εξαφανίστηκε μετά τον 14ο αι. Μπορεί κανείς να εντοπίσει αυτά σε σημάδια σε Ευαγγελιστάρια, Πραξαποστόλους και Προφητολόγια. Ο Αγ. Συμεών Θεσσαλονίκης, επίσκοπος της πόλης λίγο πριν την οθωμανική της κατοχή, επισήμανε στα έργα του πως ότι τίποτε δεν λέγεται «άνευ μέλους».
Από εκείνο το σημείο και μέχρι τα χρόνια της Νέας Μεθόδου υπάρχει ένα μεγάλο κενό. Είναι λογικό η Τέχνη να μην παύει να εφαρμόζεται, ωστόσο, δεν είναι γνωστό με ποιον τρόπο και αν έφτασε αυτούσια έως ότου καταγράφηκε από τη Νέα Μέθοδο. Δεν είναι απίθανο, ωστόσο, να απαντάται σε αυτή τη μορφή ήδη από τα χρόνια του Πέτρου Λαμπαδαρίου.
Σύμφωνα με τον Κυριακό Φιλοξένη, που ασχολήθηκε με την ιστορία της Βυζαντινής Μουσικής, η πρώτη καταγραφή Εμμελούς Απαγγελίας έγινε από τον Γρηγόριο τον Πρωτοψάλτη. Αυτό πιθανώς συνέβη μεταξύ των ετών 1814, όταν και εφαρμόστηκε για πρώτη φορά η Νέα Μέθοδος, και 1821, έτος κοίμησης του επιφανούς Πρωτοψάλτη. Χαρακτηριστικά, ο Κ. Φιλοξένης αναφέρει στο «Λεξικόν» του πως ο Γρηγόριος έχει τονίσει στη Νέα Μέθοδο το αποστολικό ανάγνωσμα του Ευαγγελισμού «ὅ ἁγιάζων καὶ οἱ ἁγιαζόμενοι ἐξ ἑνὸς πάντες» και το ευαγγελικό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου «Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἀναστᾶσα Μαριὰμ». Υπογραμμίζει δε πως τα αναγνώσματα απαγγέλλονται σε ήχο Δ’ με την εναρμόνιο έξω φθορά του Δι, αυτή που ονόμαζαν οι Βυζαντινοί «ημίφθορον» και οι Άραβες αποκαλούν «νισαμπούρ». Με άλλα λόγια, πρόκειται για την χρόα του «κλιτού». Αξίζει, βέβαια, να αναφερθεί πως οι συγκεκριμένες σημειώσεις δεν σώζονται.
Μερικές δεκαετίες αργότερα, και για την ακρίβεια το 1854, ο Άντον Παν, μαθητής του Πέτρου - Μανουήλ Εφεσίου, και κατ’ επέκτασιν «μουσικός εγγονός» του Γρηγορίου Πρωτοψάλτου, κατέγραψε στη Νέα Μέθοδο ένα αποστολικό και ένα ευαγγελικό ανάγνωσμα στα Ρουμανικά. Οι καταγραφές αυτές δημοσιεύτηκαν στο «Ειρμολόγιο Καταβασιών» του, χωρίς να βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση με τα υπόλοιπα περιεχόμενα μέλη του τόμου. Όπως είναι γνωστό, ο Πέτρος - Μανουήλ από την Έφεσο της Μικράς Ασίας σπούδασε την Ψαλτική Τέχνη στην Πατριαρχική Σχολή παρά τους πόδας του Γρηγορίου και εν συνεχεία έφυγε στη Βλαχία για να διδάξει στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες την νέα μουσική γραφή. Επομένως, γίνεται κατανοητό το πόσο στενή είναι αυτή η «μουσική συγγένεια» ανάμεσα στον Άντον Παν και τον Γρηγόριο. Η ανακάλυψη και η δημοσίευση αυτής της πληροφορίας οφείλεται στον Καθηγητή Μουσικολογίας Εμμ. Γιαννόπουλο, ο οποίος αναφέρθηκε στην ύπαρξη αυτής της καταγραφής στον τόμο που παρουσίασε κατά το παρελθόν έτος (2019) και ήταν αφιερωμένος στη ζωή και το έργο του Πέτρου - Μανουήλ Εφεσίου.
Πιο συγκεκριμένα, τα δύο αναγνώσματα είναι καταγεγραμμένα στην φυσική διατονική κλίμακα, ωστόσο, με βάση τον άνω Νη΄ με τη χρόα του κλιτού. Πέρα από αυτά, έχουν σημασία τα όσα επισημαίνει ο τονιστής σε ένα σημείωμα πριν από την καταγραφή, στο οποίο αναφέρει πως ο καθένας παίρνει το ίσον σύμφωνα με τις φωνητικές του δυνατότητες και πως το αποστολικό ανάγνωσμα δεν δέχεται μουσικές επιμηκύνσεις, όπως το ευαγγέλιο, παρά μόνο στη κατάληξη. Είναι εξαιρετικά σημαντική μια τέτοια παρατήρηση, αφού για τον Άντον Παν, και πιθανώς για τους συγχρόνους του, φαίνεται πως έχει μεγαλύτερη σημασία το πώς απαγγέλλεται το ανάγνωσμα και όχι από ποιο τονικό ύψος.
Ο Γ. Ραιδεστηνός, μεταγενέστερος του Παν, καταγράφει και αυτός ένα ευαγγελικό ανάγνωσμα με όμοια μελωδική πλοκή ως προς το προηγούμενο. Αξίζει να αναφερθεί, πως αν και μαθητής του Κωνσταντίνου Πρωτοψάλτου, ενός υπερμάχου της Παλαιάς Μεθόδου και κατ’ επέκτασιν της αποστήθισης των μαθημάτων, καταγράφει το ανάγνωσμα με έναν «υπερ-αναλυτικό» τρόπο. Το παρόν δημοσιεύτηκε πρόσφατα στη «Θεία Λειτουργία» του συγγραφέα, την οποία εξέδωσε ο Σύλλογος Ιεροψαλτών Αλεξανδρουπόλεως.
Αδιαμφισβήτητης σημασίας και αξίας είναι το πρώτο ηχητικό ντοκουμέντο εμμελούς απαγγελίας από τον Άρχοντα Πρωτοψάλτη της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Ιάκωβο Ναυπλιώτη, το οποίο χρονολογείται μεταξύ των ετών 1913 - 1915. Ο Αστ. Δεβρελής στο βιβλίο του «Μορφές» κάνει λόγο για την εκπαίδευση που λάμβαναν οι Κωνσταντινουπολίτες ψάλτες, και δη τα μέλη των Πατριαρχικών Αναλογίων. Χαρακτηριστικά υπογραμμίζει πως ο Γερ. Κανελλίδης, ο Κυρ. Ιωαννίδης ο Καλόγηρος και ο Γ. Ραιδεστηνός ο Πρωτοψάλτης συμβούλευαν στον νεαρό Ιάκωβο να μαθαίνει από στήθους τα μαθήματα, κάτι που και ο ίδιος συνήθιζε να κάνει και ως Πρωτοψάλτης για τα μαθήματα των Κυριακών και των Εορτών. Από αυτό το είδος διδασκαλίας, ως εικός, δεν θα μπορούσε να απουσιάζει η εκμάθηση των μελωδικών θέσεων της Τέχνης της Εκφώνησης.
Μουσικολογικά, η ερμηνεία του Ναυπλιώτη είναι όμοια σε πολύ μεγάλο βαθμό με την καταγραφή του Άντον Παν. Με άλλο λόγια, ο Πρωτοψάλτης απαγγέλλει σε φυσική διατονική κλίμακα, με βάση τον άνω Νη΄ επί του οποίου τίθεται η χρόα του κλιτού. Σημειωτέον πως το αποστολικό ανάγνωσμα αποδίδεται λιγότερο μελωδικά από το ευαγγελικό. Ελάχιστες συλλαβές ξεπερνούν τη διάρκεια ενός χρόνου, κάτι που παρατηρείται συχνότερα στο ευαγγελικό ανάγνωσμα. Οι καταληκτήριες φράσεις, σαφώς μελωδικότερες και στους δυο τύπους αναγνωσμάτων, ομοιάζουν και αυτές προς την καταγραφή του Άντον Παν, καθώς παρατηρείται μια κατάβαση τεσσάρων φωνών (δηλ. πτώση στον Γα), εν συνεχεία μια ανάβαση που υπερβαίνει τη βάση της εκφώνησης και, τέλος, επιστροφή σε αυτήν.
Αυτό που, όμως, είναι πραγματικά άξιο θαυμασμού είναι το αποτέλεσμα μια προσωπικής αναλυτικής συγκριτικής μελέτης πέντε χειρόγραφων κωδίκων τονισμένων με εκφωνητική σημειογραφία, από μια περίοδο τεσσάρων αιώνων, με την ηχογράφηση του Ιάκωβου Ναυπλιώτη, η οποία παρουσιάστηκε με λεπτομέρεια στην διπλωματική μου εργασία. Οι θεωρίες μουσικολόγων και ερευνητών περί υποθετικής μελωδικής πορείας των σημαδίων της εκφωνητικής σημειογραφίας με βάση την ετυμολογία των ονομάτων και το σχήμα τους φαίνεται πως βρίσκουν έδαφος στον τρόπο ερμηνείας του Πρωτοψάλτη. Ο Ναυπλιώτης ακολουθεί κατά κανόνα τον ίδιο χωρισμό κειμένου με τα κώλα που ορίζουν οι χειρόγραφοι κώδικες, ακολουθεί τις ανοδικές ή καθοδικές μελωδικές κινήσεις που υποθετικά ορίζουν τα συγκεκριμένα σημάδια και, τέλος, όταν στους κώδικες συναντώνται τα διπλά σημάδια στην κατάληξη ο Πρωτοψάλτης γίνεται πιο μελωδικός. Όσον αφορά στη σύμπνοια απόδοσης της πρώτης σωζόμενης ηχητικής καταγραφής και των εκφωνητικών σημαδίων, υπάρχει ένα ποσοστό ταύτισης της τάξης του 65%, όχι πολύ μεγάλο, αλλά αξιοσημείωτο για την απόδειξη της δυναμικής της προφορικής παράδοσης.
Εν τούτοις κατά τον 20ο αι., και ιδιαίτερα κατά το β’ μισό, φαίνεται πως τα ευκόλως «εκφωνούμενα», παραλείπονται. Λαμβάνοντας κανείς υπ’ όψιν τις ηχογραφήσεις που υπάρχουν είτε ανηρτημένες στο διαδίκτυο είτε σε προσωπικά αρχεία (πχ. κασέτες, δίσκους κ.λπ.) εύκολα μπορεί να διαπιστώσει πως υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα σε αυτές τις ερμηνείες και τις πρώτες καταγραφές. Οι απαγγέλλοντες συνηθίζουν να παρεκκλίνουν από την εκφώνηση σε φυσική διατονική κλίμακα, άλλοτε προσωρινά, άλλοτε καθ’ όλη την απαγγελία. Πολλές φορές μάλιστα, υπάρχει η συνήθεια της μετατόπισης της αρχικής βάσης κατά μισή ή μία φωνή μέχρι και κατά μία ολόκληρη κλίμακα. Παράλληλα, παραγκωνίζεται ο λόγος για χάρη της μουσικής φαντασίας ή της ευστροφίας της φωνής.
Το καλοκαίρι του 2018, διενεργώντας μια σειρά συνεντεύξεων με μεγάλες μουσικές προσωπικότητες της Θεσσαλονίκης και του Αγίου Όρους για χάρη της διπλωματικής μου εργασίας , διαπίστωσα πως η Εμμελής Απαγγελία είναι ένα στοιχείο της Ψαλτικής Τέχνης, κατά κανόνα αμετάβλητο και ανεπηρέαστο. Οι πέντε συνεντεύξεις από τον Άρχοντα Πρωτοψάλτη της Αγιωτάτης Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως Χαρίλαο Ταλιαδώρο, τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Ροδοστόλου κ. Χρυσόστομο, τον Οσιότατο Γέροντα Δανιήλ των Δανιηλαίων, τον καθηγητή Βυζαντινής Μουσικής Αστέριο Δεβρελή και τον αείμνηστο καθηγητή Ευρωπαϊκής και Βυζαντινής Μουσικής Θεόδωρο Γωγοβίτη, είχαν ως κοινό παρονομαστή τον σεβασμό στο λόγο, την τήρηση των σημείων στίξης και την λιτότητα της μουσικής επένδυσης της απαγγελίας. Μάλιστα, οι δύο Αγιορείτες κληρικοί φρόντισαν να με ενημερώσουν και για τη σπουδαιότητα της δωρικής απαγγελίας, όταν αυτή αποτελεί διακόνημα κάποιου μοναχού χωρίς μουσική κατάρτιση.
Παράδοξο είναι, ωστόσο, πως οι τρεις λαϊκοί ψάλτες πολλές φορές έκαναν χρήση των νεωτερικών στοιχείων, όπως η χρήση άλλων κλιμάκων ή η μελισματική επιμήκυνση των μουσικορητορικών ενοτήτων σε σημεία που κρίνονται σημαντικά, αλλά δεν αποτελούν αντικείμενο διδασκαλίας προς τους μαθητές τους. Το μόνο από τα στοιχεία που φαίνεται να θεωρούν απαραίτητο ως «εργαλείο» στην Τέχνη της Εκφώνησης είναι η τονική μετατόπιση της βάσης σε περίπτωση μεγάλου αποστολικού αναγνώσματος, όπως του Αγ. Στεφάνου. Αυτό συμβαίνει γιατί η φωνή καταπονείται ορισμένες φορές ή άλλες φορές κρίνεται απαραίτητο να τονιστεί το περιεχόμενο κάποιου σημείου. Αυτό συνηθίζουν και οι ψάλτες με θητεία στο Πατριαρχείο, αλλά εκτός του Πάνσεπτου Πατριαρχικού Ναού, όπως ο Θρ. Στανίτσας ή ο Β. Εμμανουηλίδης. Όλα τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από τις ερμηνείες των μαθητών τους, που φροντίζουν να ακολουθούν κατά γράμμα τις συμβουλές περί λιτής και απέριττης εκτέλεσης, με έμφαση στον λόγο, τήρηση των σημείων στίξης, χρήση της φυσικής διατονικής κλίμακας με τη χρόα του κλιτού και με βάση αυτή που τους επιτρέπει η φωνή τους.
Επομένως, είναι πολύ λογικό να γίνει μία αναφορά σε αυτό που ονομάζεται διδασκαλία της Εκφωνητικής Τέχνης. Ο Ιάκωβος Ναυλιώτης, όπως φαίνεται, διδάχθηκε αυτήν την Τέχνη ακουστικά, κάτι το οποίο μιμήθηκαν ο Κ. Πρίγγος, ο Θεμ. Γεωργιάδης, ο Θρ. Στανίτσας κ.ά. Αλλά και οι μαθητές τους προτρέπουν ακόμα και σήμερα τους σπουδαστές της Βυζαντινής Μουσικής να τρέξουν στα αναλόγια και να ακούσουν εκεί το πώς απαγγέλλεται το κάθε ανάγνωσμα. Ο Χαρίλαος Ταλιαδώρος στην ερώτηση αν ποτέ αυτός παρακολούθησε ειδικό μάθημα Εμμελούς Απαγγελίας ή αν κάποτε κλήθηκε να το διδάξει μου απάντησε: «Αυτά τα πράγματα δε μαθαίνονται σε τάξεις. Θα πας στο αναλόγιο να τα ακούσεις από έναν καλό δάσκαλο και μετά θα τα πεις».
Ωστόσο, κατά καιρούς γεννήθηκε η ανάγκη να βρεθεί ένα τρόπος διδασκαλίας, ο οποίος κάποιες φορές ήταν μάλλον αρκετά ευφάνταστος. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η «επιστολή προς Αναγνώστας της Οικουμένης» που μιμείται ένα αποστολικό ανάγνωσμα. Ουσιαστικά, πρόκειται για έναν τύπο διδασκαλίας πολύ κοντά σε αυτό που οι παλαιοί ονόμαζαν «μέθοδος». Ο μαθητής μαθαίνει μελωδικές φράσεις καταγεγραμμένες στη Νέα Μέθοδο, το κείμενο των οποίων εξυπηρετεί το πότε και πώς χρησιμοποιείται (πχ. «Ἡ τελεία, ἐκτὸς θέσεως τινῆς σπανίας, πάντοτε καταλήγει εἰς τὸν Δι.» ή «Καὶ τοῦ θαυμασμοῦ ἡ θέσις, πῶς ἐκτελεῖτε; Οὐδὲν παράδοξον! ἀγγίζοντας τὸν Κε, ἐπακολουθούντως διφωνίας!»). Αυτή η διδακτική μέθοδος εξασκεί τη μνήμη των μαθητών ώστε να αποστηθίζουν ευκολότερα τις θέσεις που αρμόζουν σε κάθε περίπτωση. Παρόλα αυτά, αυτός ο τρόπος διδασκαλίας δεν είχε απήχηση και οι περισσότεροι δάσκαλοι της ψαλτικής παρέμειναν σταθεροί στην άποψη πως ο μαθητής διδάσκεται ακούγοντας στο αναλόγιο.
Συλλήβδην, όπως γίνεται αντιληπτό, η Τέχνη της Απαγγελίας είναι ριζωμένη πολύ βαθιά στον χρόνο. Στα χρόνια, όμως, της Νέας Μεθόδου και συγκεκριμένα κατά τον 20ο αι. η παραδοσιακή ερμηνεία αυτής της Τέχνης δέχτηκε επιρροές και νεωτερισμούς. Αν και πολλοί από τους απαγγέλλοντες τούς ενέταξαν κατά καιρούς στο ρεπερτόριό τους, δεν θεώρησαν αναγκαίο το γεγονός πως πρέπει να διαδοθούν και στους μαθητές τους. Η από στήθους διδασκαλία και η επίγνωση των στελεχών των πατριαρχικών αναλογίων που επιζητούν να διασώσουν την μακραίωνη παράδοση αποτέλεσαν καθοριστικό παράγοντα για να φτάσει ως τις μέρες μας μια τέχνη ακέραια τουλάχιστον κατά τους τελευταίους δυόμισι αιώνες. Έτσι, αποδεικνύεται πως η διδασκαλία και η εκμάθηση του ύφους της Εμμελούς Απαγγελίας μπορούν να διασωθούν σε αυτό που ονομάζουμε προφορική παράδοση.
Ελήφθησαν υπ΄ όψιν:
- Τσάγγαλη Κ. Χρήστου, Τέχνη ραψωδική - Η
απαγγελίας της επικής ποίησης, Θεσσαλονίκη 2018, σσ. 17, 30 - 31, 36 - 37, 50, 53 - 54.
- Φλώρου Κωνσταντίνου (Μτφρ. Κων. Κακαβελάκης), Η
ελληνική παράδοση στις μουσικές γραφές του Μεσαίωνα, Θεσσαλονίκη 1998, σσ.
114 - 115.
- Στάθη Θ. Γρηγορίου, «Η ιστορία και παρουσίαση
της εκφωνητικής σημειογραφίας», Συμβολή στη μνήμη Γεωργίου Στ. Αμαριανάκη (1936
- 2003), Αθήνα 2013, σσ. 340 - 341, 343.
- Φιλοξένους Κυριακού, Λεξικόν της Μουσικής,
Κωνσταντινούπολις 1868, σ. 23.
- Pann Anton, Irmologiŭ Catavacier,
Boukouresti 1854, σσ. 251 - 254.
- Γιαννοπούλου Εμμανουήλ, Πέτρου Μανουήλ
Εφεσίου, Πολυέλεοι και Εκλογές - Αναστάσιμα Εωθινά Δοξαστικά, Θεσσαλονίκη
2019, σσ. μη΄- μθ΄.
- Ραιδεστηνού Γεωργίου, Άπαντα της Θείας και Ιεράς Λειτουργίας Μαθήματα, Αλεξανδρούπολη
2019, σσ. 32 - 36.
- Αλυγιζάκη Ε. Αντωνίου, «Η εκφωνητική ψαλτική
πράξη· τα ‘’χύμα’’ και τα ‘’εκφώνως’’ αναγνώσματα», Πρακτικά Α’ Συνεδρίου
Ψαλτικής Τέχνης, Αθήνα 2001, σσ. 129 - 134.
- Δεβρελή Κ. Αστερίου, Πηδάλιον Βυζαντινής
Μουσικής - Μορφές της Ψαλτικής Επιστήμης, Θεσσαλονίκη 2014, σσ. 8 - 9.
- Σέφκα Άγγελου, Η Εκφωνητική
Τέχνη και Σημειογραφία στην Ψαλτική (9ος αι. - 14ος αι.
& 19ος αι. 21ος αι.), Θεσσαλονίκη 2019, σσ. 60 -
101, 152 - 172.
- https://analogion.com/forum/index.php?threads/Πώς-θα-πρέπει-να-γίνεται-η-απαγγελία-του-Αποστόλου.4847/page-5 (Ημερ. Προσπέλασης: 12/6/2019)


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου