Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2025

Εισήγηση στο Θ' Διεθνές Συνέδριο Μουσικολογικό & Ψαλτικό (Θεσσαλονίκη, 28 Νοεμβρίου - 1 Δεκεμβρίου 2024)

 

Από τους Καταλόγους Εκφωνητικών Σημαδίων στις Μεθόδους Διδασκαλίας· 

προβληματισμοί για το σήμερα

Σεβαστοί πατέρες, ελλογιμώτατοι καθηγητές, μουσικολογιώτατοι και μουσικώτατοι φίλοι της Ψαλτικής Τέχνης,

ο ιδανικός τρόπος διδασκαλίας της Ψαλτικής είναι μια πολυπαραγοντική, επίπονη και μάλλον μυστηριώδης διαδικασία, που  ίσως να θυμίζει σε πολλούς από εμάς εκείνη την Παλαιά Μέθοδο για την οποία όλοι αναζητούν την «κλείδα» που θα τους απαλλάξει από το βάρος της εικασίας και της ατέρμονης προσπάθειας για να βρουν την καλύτερη δυνατή λύση. Και μοιάζει πράγματι λογικό να συλλογίζεται κανείς έτσι, αφού στην υπερχιλιετή ύπαρξή της και τρόποι και μέθοδοι και προγράμματα και σχολεία μεταβάλλονται και διαφοροποιούνται μπροστά στην ανάγκη της εξεύρεσης αυτής της ιδανικής λύσης. Στο πέρασμα των αιώνων αυτών, δύο από τις πιο αξιόλογες διδακτικές προτάσεις υπήρξαν οι «κατάλογοι - ή αλλιώς λίστες όπως είναι πιο γνωστές - των εκφωνητικών σημαδίων» και οι «μέθοδοι διδασκαλίας». Εν προκειμένω, θα επιχειρηθεί μια προσπάθεια επαναθεώρησης του τρόπου λειτουργίας και κυρίως της σχέσης τους αλλά και πώς η «φιλοσοφία» της χρήσης τους μπορεί να επηρεάσει και - ίσως - να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που ταλανίζουν τη σημερινή εκπαιδευτική διαδικασία και τη λατρευτική πράξη.

Τοποθετώντας τις διδακτικές αυτές προτάσεις των «καταλόγων» και των «μεθόδων» σε έναν χρονολογικό άξονα, προηγείται η περίπτωση των καταλόγων και γι’ αυτό μάλλον είναι ορθότερο να παρουσιαστούν πρώτοι, ούτως ώστε να γίνουν και πιο διακριτές οι μεταξύ τους σχέσεις.

Αν μπορούσαμε να ορίσουμε τους καταλόγους εκφωνητικών σημαδίων θα κάναμε λόγο για ένα κείμενο στο οποίο καταγράφονται τα ονόματα των εκφωνητικών σημαδίων συνοδευόμενα από νεύματα. Σκοπός αυτής της καταγραφής πιθανώς ήταν η μνημοτεχνική διαδικασία εκμάθησης του τρόπου λειτουργίας τους. Πέντε είναι οι περιπτώσεις τέτοιων καταλόγων που έχουν εντοπιστεί και ελκύουν το επιστημονικό βάρος και το ενδιαφέρον των μουσικολόγων. Τρεις από αυτούς τους κώδικες που τις περιέχουν βρίσκονται αποτεθησαυρισμένοι στο Σινά και χρονολογούνται μεταξύ 10ου και 14ου αι.. Μάλιστα, είναι εξαιρετικά σημαντικές αφού καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο χρονικό εύρος χρήσης και καταγραφής των σημαδίων. Πρόκειται για τα χειρόγραφα που σημειώνονται με τους αριθμούς 213, 217 και 8. Επιπλέον, είναι η γνωστή η ύπαρξη άλλων δύο χειρογράφων που περιέχουν τέτοιους καταλόγους. Χρονολογούνται στον 12ο και 13ο αι. και αντίστοιχα σώζονται στη Μονή Λειμώνος (Λειμώνος 38) και στην Τιφλίδα (Q908). Τέλος, μνημονεύεται και η ύπαρξη ενός ακόμα χειρογράφου με κατάλογο εκφωνητικών σημαδίων που είχε χρονολογηθεί στον 12ο αι. αλλά είναι γνωστό μόνο από τις περιγραφές του Ιω. Τζέτζη[1].

Ο τρόπος με τον οποίο καταγράφονται είναι κοινός. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα τιτλοφορούνται, όπως στο Σινά 217: «οἱ τόνοι τῶ(ν) ἀποστ(όλων) κ(αὶ) τῶ(ν) εὐαγγελίον (sic) οὕτως» ή στο Τιφλίδας Q908: «σημάδια και ήχοι των τεσσάρων Ευαγγελίων και των Αποστόλων, σύμφωνα με την ελληνική μελωδία»[2]. Εν συνεχεία καταγράφονται τα ονόματα των σημαδιών μόνα ή σε ζεύγη είτε σε ενιαίο κείμενο είτε υπό τύπον πίνακα. Μάλιστα, στις αρχαιότερες λίστες καταγράφονται λιγότερα σημάδια, κάτι που ταυτίζεται και με τις εξελικτικές φάσεις της εκφωνητικής σημειογραφίας. Αξίζει, επίσης, να αναφερθεί ότι ο γραφέας του κώδικα και ο γραφέας του καταλόγου δεν είναι πάντα ο ίδιος, αφήνοντας μας χώρο για πολλαπλές ερμηνείες. Στο σύνολό τους παρουσιάζονται δώδεκα ονόματα σημαδιών[3].

Ωστόσο, τα σημάδια αυτά είχαν, όπως φαίνεται, συγκεκριμένη θέση και τρόπο λειτουργίας, αφού παρουσιάζονται ανά ζεύγη στην αρχή και το τέλος κάθε ολοκληρωμένης νοηματικά φράσης, δηλαδή κάθε μουσικορητορικής ενότητας[4]. Αυτό γίνεται φυσικά αντιληπτό και από τις λίστες των σημαδίων και από τα αγιογραφικά κείμενα των λεξιοναρίων (δηλ. ευαγγέλια/ευαγγελιστάρια, πραξαποστόλους και προφητολόγια), όπου και χρησιμοποιούνταν. Για παράδειγμα, ο κατάλογος της Μονής Λειμώνος, περιλαμβάνει δεκαέξι συνδυασμούς - ζεύγη σημαδίων, τα οποία εμφανίζονται πάνω ή κάτω στην αρχή, τη μέση και το τέλος των ονομάτων των σημαδιών διαχωρίζοντας με σαφήνεια τα κώλα[5]. Επίσης, στις περιπτώσεις των λεξιοναρίων δεν επιλέγονται με βάση τον αριθμό των συλλαβών αλλά με βάση τα σημεία στίξης του αγιογραφικού κειμένου αλλά και κατά νοηματική προσέγγιση. [Ένα παράδειγμα μπορείτε να αντικρίσετε και στη σχετική διαφάνεια που αφορά στο ζεύγος των καθιστών. Από τη μία μπορούμε να παρατηρήσουμε το ζεύγος των καθιστών όπως καταγράφεται στη λίστα της Μονής Λειμώνος («καθισταὶ - καθισταὶ») και το αντίστοιχο ζεύγος σε ένα τυχαίο χωρίο του κωδ. 29, ενός ευαγγελισταρίου, της Μονής Παντοκράτορος[6]. Είναι ξεκάθαρη η διαφορά του αριθμού των συλλαβών!] Αυτό σημαίνει αυτόματα ότι τα σύμβολα αυτά δεν είχαν διαστηματική μουσική δυναμική αλλά πρόκειται για ζεύγη συμβόλων με μία γενική μελωδική κατεύθυνση, ίσως προσεγγιζόμενη κατά τη γνώμη του αναγνώστη, κάτι που προϋποθέτει και μία ισχυρή προφορική παράδοση που λειτουργεί διδακτικά από γενιά σε γενιά.



Πέρα από τη λίστα της Μονής Λειμώνος, η περίπτωση του κωδ. Σινά 8 (11ος - 12ος αι.) αποτελεί ακόμα μία σημαντική περίπτωση για τον τρόπο λειτουργίας των εκφωνητικών καταλόγων. Πρόκειται για μία λίστα εκφωνητικών σημαδίων που συνοδεύουν κάθε κώλον στο οποίο καταγράφεται το όνομα του ζεύγους τους[7]. Η διαφορά, όμως, με τις υπόλοιπες λίστες έγκειται στο ότι η συγκεκριμένη πέρα από εκφωνητικά σημάδια έχει και μαύρα σημάδια της αγιοπολίτικης παλαιοβυζαντινής σημειογραφίας («Coislin») αλλά και της αθωνικής («Chartres»), που συμπληρώθηκαν από χέρι μεταγενέστερου γραφέα, κάτι που σημαίνει πως οι μελωδικές αυτές φόρμουλες είχαν εξηγητική λειτουργία και ο κατάλογος, στο σύνολό του, είχε τη λειτουργία ενός διδακτικού ποιήματος της εκφωνητικής σημειογραφίας[8]. Οι C. Høeg και Κ. Φλώρος επιχείρησαν να δώσουν τη δική τους εξήγηση στα παλαιοβυζαντινά σημάδια αλλά λόγω του αδιαστηματικού χαρακτήρα της σημειογραφίας πρόκειται μόνο για μία κατά προσέγγιση προσπάθεια. Πάντως σε κάθε περίπτωση, έκαστο ζεύγος έχει μια δική του ξεχωριστή μελωδική πορεία. Εφόσον, όμως ο τρόπος χρήσης των ζευγών διαφέρει από περίσταση σε περίσταση, από κώλον σε κώλον, (όπως είδαμε,) δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για μια συγκεκριμένη μελωδική φόρμουλα αλλά για μία γενική μελωδική πορεία την οποία καθορίζουν ο τονισμός της μουσικορητορικής ενότητας και ο αριθμός των συλλαβών τους. Φυσικά, ο σκοπός σε κάθε περίπτωση είτε αναφερόμαστε στην λειτουργία των καταλόγων αυτών καθαυτών είτε στη προσπάθεια εξήγησής τους είναι κοινός: η δημιουργία μιας μελωδούμενης στενογραφικής μεθόδου βασισμένης στην αποστήθιση και την «κατά το δοκούν» εμμελή απαγγελία και ερμηνεία έχοντας, μάλιστα, διδακτικό χαρακτήρα.

Πού αλλού μπορούμε να συναντήσουμε τέτοιες περιπτώσεις που στόχευαν στην απομνημόνευση μελωδικών φράσεων ή θέσεων; Ήδη από τον 10ο αι.[9], αλλά πολύ εντονότερα κατά τους επόμενους αιώνες, επικράτησε η διάθεση για τη σύνθεση μνημοτεχνικών μεθόδων για την εκμάθηση των θέσεων ή αλλιώς «μελωδημάτων». Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για διδακτικά ποιήματα στηριζόμενα είτε σε αγιογραφικά και λειτουργικά κείμενα είτε ακόμα και σε εκπαιδευτικές προτροπές και ονόματα σημαδίων μέσω των οποίων παρουσιαζόταν μια συλλογή μελωδικών θέσεων με σκοπό την απομνημόνευση της μελωδίας από την πλευρά των μαθητών. Με αυτόν τον τρόπο διασφαλιζόταν η μετάδοση της γνώσης της ερμηνείας κάθε σημαδοφώνου αλλά και μια προφορική παράδοση απόδοσης τους από καιρού εις καιρόν.

Εξέχουσα φήμη και θέση μεταξύ των αντίστοιχων συνθέσεων (περισσοτέρων από πενήντα) κατέχει το «Μέγα ἴσον», που στον κωδ. ΕΒΕ 2458 του 1336 τιτλοφορείται ως: «Σημάδια ψαλλόμενα κατ’ ἦχον». Πρόκειται για ένα διδακτικό ποίημα το οποίο εμπνεύστηκε, συνέταξε και μελοποίησε ο όσιος Ιωάννης ο Κουκουζέλης και επομένως χρονολογείται στο α’ μισό του 14ου αι.. Πιο συγκεκριμένα, αποτελεί μια μέθοδο παρουσίασης εξήντα πέντε θέσεων, πχ. του ίσου, του ολίγου, της πετασθής, της διπλής κ.ά. πολλών, των οποίων έκαστο όνομα καθώς ψάλλεται φανερώνει και τη λειτουργία του. Με αυτόν τον τρόπο, η κίνηση του μέλους ξεκινώντας από τον α’ ήχο περιδιαβαίνει όλους τους κύριους και πλάγιους ήχους επιστρέφοντας πάλι στον α’. Πολλοί ήταν οι επιστήμονες και μύστες της Ψαλτικής Τέχνης που στο πέρασμα των χρόνων φρόντισαν να διαφυλάξουν το μέλος αυτής της μεθόδου μέσα στις «Προθεωρίες της Παπαδικής» μέχρι που εξηγήθηκε στη δική μας γραφή από το χαλκέντερο εξηγητή Χουρμούζιο τον Χαρτοφύλακα και τον Ματθαίο τον Βατοπαιδινό από την Έφεσο, περνώντας έτσι από την χειρόγραφη στην έντυπη μορφή και παράδοση[10]. Το γεγονός φυσικά πως συναντάται στις «Προθεωρίες» αρκετά συχνά μέχρι τον 19ο αι. κατοχυρώνει και τη σπουδαιότητά του ως όντως μέθοδο και μάθημα για τους «θέλοντας μουσικὴν μαθεῖν». [Θεωρώ πως η χθεσινή απόδοση από τους «Μαΐστορες της Ψαλτικής Τέχνης» - των οποίων παλαιότερο σύνολο υπό τη χοραρχία του Καθηγητού κ. Γρ. Στάθη ηχογράφησε για πρώτη φορά την εν λόγω σύνθεση - φανέρωσε και τη συνθετική δεινότητα του κορυφαίου εκφραστή της Καλοφωνίας, του οσίου Ιωάννου του Κουκουζέλους, αλλά και τη φιλοσοφία, τη λογική και την πρακτική της λειτουργίας της μεθόδου.] Βέβαια, υπάρχει και άλλη μέθοδος λίγο πρωιμότερη, της ίδιας λογικής, βασισμένης δηλαδή στα ονόματα και τις ενέργειες των σημαδίων, και συγκεκριμένα του Ιωάννου του Γλυκέως που θα μπορούσε να λειτουργεί συμπληρωματικά με εκείνη του Κουκουζέλη (14ος αι.). Επίπρόσθετα, υπάρχουν και άλλες μέθοδοι με συμβουλευτικό κείμενο και οδηγίες, όπως του Γρηγορίου Μπούνη του Αλυάτου (15ος αι.), του Ιωάννου Πλουσιαδηνού (π. 1550) ή του Θεοδούλου του Αινίτου (18ος αι.)[11].  Άλλωστε, αν δεν υπήρχε αυτή η διδακτική προσέγγιση των μεθόδων, «...οὐδεμία ἦν ἄν χρεία οὐδ’ ἀνάγκη τοῦ τὸν μὲν Γλυκὺν Ἰωάννην πεποιηκέναι τὰς μεθόδους τῶν κατὰ τὴν ψαλτικὴν θέσεων, τὸν δὲ μαΐστορα Ἰωάννην μετ’ αὐτον τὴν ἑτέραν μέθοδον καὶ τὰ σημάδια ψαλτά...»[12].

Διαβάζοντας κάπως βαθύτερα τα μηνύματα των δύο περιπτώσεων, από τη μία των καταλόγων των εκφωνητικών σημαδίων και από την άλλη των μεθόδων εύλογα προκύπτει πως γίνεται λόγος για δύο διδακτικές πρακτικές που στηρίζονται στη διαδικασία απομνημόνευσης μελωδικών κινήσεων και θέσεων μέσω της εμμελούς απαγγελίας και της ψαλμώδησης, αντίστοιχα, των ονομάτων των συμβόλων που καταγράφονται. Το στοιχείο αυτό σε συνδυασμό με την προφορική παράδοση που επικουρικά συνέδραμε στη διδασκαλία της Ψαλτικής Τέχνης λειτούργησε ευεργετικά για πολλούς αιώνες, σχεδόν από τον 10ο έως τον 19ο αι.. Επομένως, η δισυπόστατη φύση τους που φανερώνεται μέσα από τη σχέση απομνημόνευσης και προφορικής παράδοσης αποτελεί και τον κοινό παρονομαστή της καθιέρωσης της σπουδαιότητάς τους.

Η εφεύρεση, όμως, και η καθιέρωση της Νέας αναλυτικής Μεθόδου κατ’ ουσίαν αποδυνάμωσε την επικράτηση τέτοιων διδακτικών πρακτικών. Τα κείμενα που εξηγήθηκαν καθώς και όσα καταγράφηκαν και με τη βοήθεια της τυπογραφίας κοινοποιήθηκαν στους ενδιαφερόμενους ήταν αρκετά για να επιζητά ο μαθητής της Ψαλτικής αλλά και ο εκάστοτε ψάλτης την κατοχή τους, παρά την απομνημόνευση ολόκληρων θέσεων.

Στην περίπτωση, ωστόσο, της Εκφωνητικής Τέχνης τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά για τον τρόπο διδασκαλίας της εμμελούς απαγγελίας. Σύμφωνα με τον Κυριακό Φιλοξένη[13], ο Γρηγόριος Πρωτοψάλτης στις σημειώσεις του τόνισε ένα αποστολικό και ένα ευαγγελικό ανάγνωσμα σε «μέλος γνήσιον, ἀρχαῖον καὶ πρωτότυπον». Φαίνεται πως ο Φιλοξένης αναφέρεται με βεβαιότητα στις σημειώσεις του Γρηγορίου, ωστόσο, αυτά τα χειρόγραφα δεν είναι γνωστά σε εμάς και μάλλον δεν έχουν διασωθεί. Έχει διασωθεί, όμως, στο Ειρμολόγιο Καταβασιών του Άντον Πανν (1854) η ρουμανική καταγραφή ενός αποστολικού και ενός ευαγγελικού αναγνώσματος, εκ των οποίων η τελευταία είναι κοινή - μάλλον όχι τυχαία - με αυτή που επέλεξε ο Γρηγόριος[14]. Την ίδια προσπάθεια καταγραφής των αγιογραφικών και άλλων λειτουργικών αναγνωσμάτων με σκοπό - προφανώς - όχι μόνο τη διάδοση αλλά και τον τρόπο απόδοσης και επομένως την έμμεση διδασκαλία τους συνέχισαν ο Γεώργιος Ραιδεστηνός[15], ο Ιάκωβος Ναυπλιώτης μέσω των φωνογραφήσεων[16] και διάφοροι μελουργοί μουσικών εκδόσεων[17].

Ιδιαίτερα ξεχωριστή, όμως, ήταν η εκδοτική προσπάθεια του Αστ. Δεβρελή, ο οποίος στην πολύτομη σειρά βιβλίων με τίτλο «Πηδάλιον» αφιέρωσε τρεις τόμους στις εμμελείς απαγγελίες (ειδικότερα, δύο τόμοι με αποστολικά αναγνώσματα και ένας με ευαγγελικά)[18]. Πρόκειται για ένα έργο μοναδικό, αφού κανείς δεν έχει επιχειρήσει την καταγραφή τόσο μεγάλου μέρους αναγνωσμάτων. Θα μπορούσε κάποιος να σημειώσει πως αποτελεί ένα έργο που μιμείται τα μεσαιωνικά λεξιονάρια.

Παρά ταύτα, είναι αρκετά δύσκολο να λειτουργήσει εκπαιδευτικά, καθώς δεν μοιάζει συνετό κάποιος μαθητής να μπει ούτε στη διαδικασία αποστήθισης, ούτε και στα στενά όρια της απόδοσης της ερμηνείας του εκδότη. Αντιθέτως, πρέπον είναι ο μαθητής να μάθει τον τρόπο απαγγελίας με κάποιους γενικούς κανόνες, όπως το σε ποια σημεία γίνονται οι καταλήξεις ακολουθώντας τα σημεία στίξης, πώς να τονίζει σωστά τα νοήματα και πώς να ρυθμίζει τις ανοδικές και καθοδικές πορείες του μέλους σύμφωνα με αυτά, πώς να εκφράζει τις ευθείες και πλάγιες αποδόσεις του λόγου, τις εναρκτήριες και καταληκτήριες φράσεις των αναγνωσμάτων και άλλα τόσα σημαντικά γύρω από το μέλος της απαγγελίας.

Εδώ οφείλουμε να υπογραμμίσουμε τον σκόπελο της σύγχρονης εμμελούς απαγγελτικής διαδικασίας. Η κατάσταση στις μέρες μας δεν ευνοεί μια τέτοια προοπτική χωρίς κάποιον «οδηγό» ή μέθοδο ή λίστα εμμελούς απαγγελίας. Οι νεώτερες γενιές απομακρύνονται από την «κοινή ελληνιστική» και τα νοήματα των λέξεων μοιάζουν ξένα, όπως έμοιαζαν ξένα και για εκείνους που υπηρετούσαν τη διακονία του λόγου και δεν είχαν μία απόλυτη εικόνα για τη σημασία των γεγραμμένων στην εποχή των Μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας και της εφεύρεσης εκφωνητικής σημειογραφίας, πιθανότητα λόγω του πολυπολιτισμικού χαρακτήρα της ευρείας χριστιανικής κοινότητας. Τέτοια προβλήματα σχετίζονται πέρα από την κατανόηση του κειμένου και με τη γραμματική και συντακτική μορφή του αγιογραφικού λόγου. Από την άλλη, όμως, ίσως να είναι ουτοπικό ή ακόμα και παράλογο να κάνουμε λόγο για την αποκρυπτογράφηση της σημειογραφίας, ανασταίνοντας με εικασίες ένα ενδιαφέρον, αλλά άγνωστο σύστημα νευματογραφίας. Εκείνο που μπορούμε να αξιοποιήσουμε είναι η «φιλοσοφία» της και ο τρόπος προσέγγισης της απαγγελίας από τους δημιουργούς και τους χρήστες εκείνης της σημειογραφίας για χάρη της σημερινής απαγγελίας. Μια τέτοια προσπάθεια μπορεί να ανοίξει ένα νέο, διαφορετικό ορίζοντα για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε αυτήν τη σημειογραφία.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι κατά την διδασκαλία των αναγνωσμάτων, οι δάσκαλοι της Ψαλτικής υποκινούμενοι από μια αρχέγονη ενδόμυχη συνήθεια χωρίζουν τα αναγνώσματα με σταυρούς, καθέτους, παύλες και αστερίσκους για να μπορούν οι μαθητές τους να ξεκινούν, να σταματούν, να ανεβοκατεβάζουν τη φωνή τους στη νοητή κλίμακα κ.ο.κ.. Με γνώμονα, λοιπόν, μια τέτοια λογική κινήθηκαν και οι εφευρέτες της Εκφωνητικής Σημειογραφίας αλλά και οι αναγνώστες της μεσαιωνικής εποχής, με μόνη - μα καθόλα - σημαντική διαφορά τη συστηματοποίηση. Εύλογα, έτσι, αναρωτιέται κανείς, αν θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί κάποια εκφωνητικά σημάδια, εν πολλοί κοινά με και με τη Νέα Μέθοδο της Ψαλτική, που αποτελούν ένα από τα πολλά απότοκα σημειογραφικά συστήματα, για να διδάξει με ασφάλεια την απαγγελία. Σε κάθε περίπτωση γίνεται λόγος για ένα μέρος σημαδίων συγκεκριμένο και τιθασευμένο από κανόνες, που ίσως να είχε πιο δραστικά αποτελέσματα σε μεγαλύτερη βάση μαθητών. Έτσι, εκμεταλλεύτηκα τη λογική και λειτουργία των καταλόγων εκφωνητικής σημειογραφίας δημιουργώντας μία ανακαινισμένη λίστα με βάση τον σύγχρονο τρόπο απαγγελίας.


[Υπογραμμίζω, σε αυτό το σημείο, ότι δεν προσπαθώ ούτε να μιμηθώ κάποια υποτιθέμενη ενέργεια των εκφωνητικών σημαδίων βασισμένη σε εικασίες, ούτε να εισάγω «καινά δαιμόνια». Αντιθέτως, βασίζομαι στη γενικότερη φιλοσοφία ύπαρξής τους  αλλά και σε μια προσπάθεια τονισμού του κειμένου με διδακτική προσέγγιση και προοπτική. Στα φυλλάδια που ίσως έχετε ανά χείρας μπορείτε να παρακολουθήσετε τις γενικές ενέργειες των σημαδίων αλλά και το σχετικό παράδειγμα.

Από τον σχετικό πίνακα και τα φυλλάδια που έχετε ανά χείρας μπορείτε να παρατηρήσετε, εν πρώτοις, πως δεν επιλέγεται συγκεκριμένη διαστηματική ενέργεια αλλά μελωδική κίνηση, όπως τα παλαιά. Όπου επιλέχθηκε αυτή, έγινε με βάση τον σύγχρονο τρόπο εμμελούς ανάγνωσης σε διατονική κλίμακα με τη χρόα του κλιτου. Επίσης, οι αργίες δεν υποδηλώνονται με ακρίβεια, αλλά αποδίδονται κατά την ερμηνευτική και υφολογική προσέγγιση του απαγγέλοντος. Επιπλέον, τα σημάδια που επιλέχθηκαν έχουν είτε κοινή μελωδική πορεία με τα αντίστοιχα της Νέας Μεθόδου, είτε το σχήμα τους υποδεικνύει την μελωδική κίνηση. Τέλος, τα ζεύγη και τα ονόματα σχετίζονται με εκείνα του κλασικού συστήματος Εκφωνητικής Σημειογραφίας για λόγους παλαιογραφικούς αλλά και ιστορικής συνέχειας και συγγένειας. Ας γυρίσουμε σελίδα περνώντας στο σχετικό παράδειγμα.]



Σε μια προσπάθεια ανακεφαλαίωσης μπορούμε να σταθούμε αρχικά στη συγγένεια των καταλόγων των εκφωνητικών σημαδίων και των μεθόδων διδασκαλίας, αφού κατά τρόπο παρόμοιο περιέχουν τα ονόματα των σημαδίων τα οποία τονίζονται από τα ίδια φανερώνοντας έτσι την ενέργειά τους. Δε θα ήταν εντελώς άτοπο να υπογραμμίζαμε πως οι λίστες των εκφωνητικών σημαδίων αποτέλεσαν και ένα πρόγονο ή έστω ένα πρότυπο των μεθόδων.

Ωστόσο, η πρακτική της αποστήθισης των «μελωδημάτων» μέσω των μεθόδων ατόνησε. Και για την περίπτωση της καθαυτής  Ψαλτικής, βέβαια, υπήρξε η λύση της αναλυτικής Νέας Μεθόδου για να διασωθεί και να διδαχθεί το κάθε κείμενο. Για την Εκφωνητική, όμως, Τέχνη που ήδη είχε αφήσει από τον 15ο αι. πίσω της την αντίστοιχη σημειογραφία τα πάντα στηρίχθηκαν στη δύναμη της προφορική παράδοσης και στις αναλυτικές καταγραφές από το μέσον του 19ου αι. και εξής. Δυστυχώς, όμως, η απομάκρυνση μας με την πάροδο των χρόνων από την κοινή ελληνιστική, τη διάλεκτο συγγραφής των αγιογραφικών κειμένων, και ουσιαστικά η μη ακριβής κατανόησή της δημιουργεί προβλήματα απόδοσης στην εμμελή απαγγελία.

Επομένως, η οργάνωση και η καθιέρωση ενός στενογραφικού εκπαιδευτικού χαρακτήρα - και μόνον - συστήματος τονισμού των αναγνωσμάτων για την αποφυγή νοηματικών λαθών με βάση τα σημάδια της Εκφωνητικής Σημειογραφίας ίσως μοιάζει με μία λύση, η οποία μπορεί να διασφαλίσει με ασφάλεια μάλιστα τη μετάδοση γνώσεων στους μαθητές ενός ικανοποιητικού αριθμού ταυτόχρονα. Εάν μπορούσε να συστηματοποιηθεί μια τέτοια προοπτική, ή να βελτιωθεί η εν λόγω με ορισμένες προτάσεις, ο σύγχρονος μαθητής της Ψαλτικής Τέχνης θα έχει την ικανότητα να εντρυφήσει στην Τέχνη της Εκφώνησης και με ακράδαντο στήριγμα την προφορική παράδοση σύντομα θα έχει τη δυνατότητα να απεξαρτηθεί από το διδακτικό έρεισμα και να ανέβει στο αναλόγιο ερμηνεύοντας με το δικό του ύφος τα αγιογραφικά και άλλα λειτουργικά κείμενα της λατρείας.








[1] Αλεξάνδρου Μαρίας, Παλαιογραφία Βυζαντινής Μουσικής, Αθήνα - Ψηφιακό Αποθετήριο Κάλλιππος 2017, σ. 183.

[2] Αυτόθι.

[3] «ὀξεία, βαρίαι, καθισταὶ, συρματικὴ, παρακλητικὴ, ὑπόκρισις, κρεμασταὶ, κεντήματα, ἀπόστροφος, σύνεμβα, ὀξείαι διπλαὶ, διπλαὶ βαρείαι» (sic), κατὰ τον κωδ. Λειμώνος 38, φ. 317v.

[4] Engberg Sysse Gudrun, «Greek Ekphnetic Neumes and Masoretic Accents», SEC, Vol. 1, London 1966, σ. 39.

[5] κωδ. Λειμώνος 38, φ. 317v.

[6] κωδ. Παντοκράτορος 29, φ. 1v.

[7] «ὀξεία πρὸς ὀξεία, ὀξεία καὶ τελεία, ἀπ’ ἔσω ἔξω, ὑπόκρισις ὑποκρισις, συρματικὴ καὶ τελεία, παρακλητικὴ καὶ τελεία, βαρείαι βαρείαι, βαρείαι διπλαὶ, ὀξείαι διπλαὶ, καθισταὶ καθισταὶ, κρεμαστὴ κρεμαστὴ, κεντήματα κεντήματα,

[8] Αλεξάνδρου Μαρίας, Παλαιογραφία Βυζαντινής Μουσικής, Αθήνα - Ψηφιακό Αποθετήριο Κάλλιππος 2017, σ. 190.

[9] Λιάκου Ιωάννου & Μαζέρα Σεβαστής, «Διδακτικές Μέθοδοι της Ψαλτικής Τέχνης (Ι’ - ΙΘ’ αιώνες)», Περιοδικό Μουσικοπαιδαγωγικά της Ε.Ε.Μ.Ε., τεύχος 12, 2014, σ. 87 (14). «Ο αρχαιότερος πίνακας των σημαδίων στο φ.159α του κώδικα της Μ. Λαύρας Γ 67 (Ι΄ αι.) Συν Θεώ αρχαί των µελωδηµάτων. Ο εντυπωσιακός αυτός και περιεκτικότατος πίνακας, περιέχει όλα τα γνωστά σημάδια τα µελωδήµατα που απαρτίζουν τη μουσική σημειογραφία της Ψαλτικής Τέχνης».

[10] Αλεξάνδρου Μαρίας, Παλαιογραφία Βυζαντινής Μουσικής, Αθήνα - Ψηφιακό Αποθετήριο Κάλλιππος 2017, σ. 549.

[11] Λιάκου Ιωάννου & Μαζέρα Σεβαστής, «Διδακτικές Μέθοδοι της Ψαλτικής Τέχνης (Ι’ - ΙΘ’ αιώνες)», Περιοδικό Μουσικοπαιδαγωγικά της Ε.Ε.Μ.Ε., τεύχος 12, 2014, σ. 87 - 90 (14 - 17).

[12] Στάθη Γρηγορίου, Οἱ Ἀναγραμματισμοὶ καὶ τὰ Μαθήματα, Μελέται 3, Αθήνα 2003, σ. 126 (υποσημείωση 5).

[13] Φιλοξένους Κυριακού, Λεξικὸν τῆς Μουσικῆς, Κωνσταντινούπολις 1868, σ. 23. Σύμφωνα με το αυτόθι, το αποστολικό ανάγνωσμα είναι περικοπή από την προς Εβραίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου, που αναγιγνώσκεται κατά την εορτή του Ευαγγελισμού («Ἀδελφοί, ὅ ἁγιάζων καὶ οἱ ἁγιαζόμενοι ἐξ ἑνὸς πάντες»). Το δε ευαγγελικό ανάγνωσμα είναι περικοπή του κατά Λουκάν Ευαγγελίου, η οποία αναγιγνώσκεται στις θεομητορικές εορτές («Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς κώμην τινά»).

[14] Pann Anton, Irmologhiŭ Catavacier, Boukouresti 1854, σσ. 250 - 254 & Γιαννόπουλου Εμμανουήλ, Πέτρου Μανουήλ Εφεσίου, Πολυέλεοι και Εκλογές - Αναστάσιμα Εωθινά Δοξαστικά, Θεσσαλονίκη 2019, σσ. μη’ - μθ’

[15] Σύλλογος Ιεροψαλτών Ιεράς Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως, Γεωργίου Ραιδεστηνού - Θεία Λειτουργία, Αλεξανδρούπολη 2019, σσ. 32 - 36

[16] Αλυγιζάκη Αντωνίου, «Η εκφωνητική ψαλτική πράξη· τα ‘’χύμα’’ και τα ‘’εκφώνως’’ αναγνώσματα», Πρακτικά Α᾿ Συνεδρίου Ψαλτικής Τέχνης, Αθήνα, 3 - 5 Νοεμβρίου 2000, Αθήνα 2001, σ. 110.

[17] Ενδεικτικά παραπέμπω στα: Ψάχου Κωνσταντίνου, Λειτουργικόν, Αθήνα 1905, Καρά Ι. Σίμωνος, Μέθοδος της Ελληνικής Μουσικής - Θεωρητικόν, Τόμος Β’, Αθήναι 1982, Νεκταρίου μοναχού, Καλλίφωνος Αηδών, Άγιον Όρος 1933, Ταλιαδώρου Α. Χαρίλαου, Ο Ακάθιστος Ύμνος, Θεσσαλονίκη 1996.

[18] Δεβρελή Κ. Αστερίου, Πηδάλιον Βυζαντινής Μουσικής - Ευαγγέλια (Εμμελής Απαγγελία),
Θεσσαλονίκη 1987, του αυτού , Πηδάλιον Βυζαντινής Μουσικής - Απόστολοι (Εμμελής Απαγγελία), Τόμος Α’, Θεσσαλονίκη 2009, του αυτού, Πηδάλιον Βυζαντινής Μουσικής - Απόστολοι (Εμμελής Απαγγελία), Τόμος Β’, Θεσσαλονίκη 2011.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου